Μία στις τρεις περιπτώσεις άνοιας μπορεί να προληφθεί.

Οι εννέα παράγοντες κινδύνου και αντιμετώπισης. Στο μισό και οι συνέπειες από το AIDS. Ενθαρρυντικά νέα για τις ασθένειες-μάστιγγες της εποχής μας για ηλικιωμένους και νέους.

Στους παράγοντες κινδύνου συγκαταλέγονται ο αναλφαβητισμός, η παχυσαρκία και η υπέρταση κατά τη μέση ηλικία, η απώλειας ακοής, το κάπνισμα, η κατάθλιψη, η σωματική αδράνεια, η κοινωνική απομόνωση και ο διαβήτης μετά τα 65

Λονδίνο

Το ένα τρίτο των περιπτώσεων άνοιας, παγκοσμίως, θα μπορούσαν να προληφθούν αν δίναμε περισσότερη προσοχή δια βίου σε εννέα παράγοντες κινδύνου, αποφαίνεται ομάδα ειδικών σε έκθεση που δημοσίευσε στο επιστημονικό έντυπο The Lancet, κατά τη διάρκεια του ετήσιο συνεδρίου της Διεθνούς Εταιρείας για τη Νόσο Αλτσχάιμερ στο Λονδίνο.

Οι «ένοχοι» 9

Στους παράγοντες αυτούς περιλαμβάνονται, η φοίτηση στο σχολείο για τουλάχιστον μέχρι την ηλικία των 15 ετών, η μείωση της παχυσαρκίας και της υπέρτασης κατά τη μέση ηλικία, η πρόληψη της απώλειας ακοής και η μείωση του καπνίσματος, της κατάθλιψης, της σωματικής αδράνειας, της κοινωνικής απομόνωσης και του διαβήτη, μετά την ηλικία των 65 ετών.

«Η έμφαση σε αυτούς τους παράγοντες κινδύνου μπορεί να προλάβει το 35% των περιπτώσεων άνοιας. Ενώ η στόχευση του κύριου γενετικού παράγοντα κινδύνου, του γονιδίου ApoE, μπορεί να προλάβει μόνο μια στις δέκα περιπτώσεις (7%)», υποστηρίζουν οι ερευνητές.

Σύμφωνα με την έκθεση, οι τρεις παράγοντες κινδύνου που μπορούν να κάνουν τη μεγαλύτερη διαφορά στην πρόληψη της άνοιας είναι η μόρφωση (που μειώνει κατά 8% την άνοια), η μείωση της απώλειας ακοής στη μέση ηλικία (9% λιγότερες περιπτώσεις άνοιας) και η διακοπή του καπνίσματος στην τρίτη ηλικία (5% λιγότερες περιπτώσεις).

Οι αριθμοί 

Σήμερα οι πάσχοντες από άνοια υπολογίζονται, παγκοσμίως, σε 47 εκατομμύρια. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι το 2050 θα αγγίξουν τα 131 εκατομμύρια.

«Όσο νωρίτερα ενεργήσουμε τόσο περισσότερο μπορούμε να βελτιώσουμε τη ζωή των ανθρώπων με άνοια και των οικογενειών τους και κατ’ επέκταση της κοινωνίας μας», σχολιάζει η βασική συγγραφέας της έκθεσης Τζιλ Λίβινγκστον, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.

Η άνοια διαγιγνώσκεται συνήθως κατά την τρίτη ηλικία, αλλά οι εγκεφαλικές αλλαγές γενικά ξεκινούν χρόνια νωρίτερα, πριν καν την εκδήλωση συμπτωμάτων.

«Πιστεύουμε ότι μια ευρύτερη προσέγγιση για την πρόληψη της άνοιας που να περιλαμβάνει τους προαναφερόμενους παράγοντες κινδύνου θα ωφελήσει τις γηράσκουσες κοινωνίες και θα συμβάλλει στην ανακοπή των αυξανόμενων περιπτώσεων άνοιας, παγκοσμίως», σημειώνει η ειδικός.  Μειώθηκαν σχεδόν στο μισό οι θάνατοι από παθήσεις σχετικές με το AIDS

Ο αριθμός των θανάτων έπεσε από το 1,9 εκατομμύριο το 2005 σε 1 εκατομμύριο το 2016, σύμφωνα με έκθεση του ΟΗΕ

Ο Μισέλ Σιντιμπέ, εκτελεστικός διευθυντής του UNAIDS κατά την παρουσίαση της έκθεσης

Παρίσι

Ένα εκατομμύριο άνθρωποι πέθαναν από ασθένειες που συνδέονται με το AIDS το 2016, δηλαδή σχεδόν οι μισοί σε σχέση με το απόγειο των θανάτων το 2005, σύμφωνα με έκθεση του ΟΗΕ που δημοσιεύθηκε σήμερα, η οποία επισημαίνει «ότι επετεύχθη μια αποφασιστική στροφή».

Συνεχής μείωση των νέων μολύνσεων

Περισσότεροι από τους μισούς ασθενείς σε όλο τον κόσμο λαμβάνουν πλέον θεραπεία και ο αριθμός των νέων μολύνσεων από τον ιό HIV συνεχώς μειώνεται, όμως με πολύ αργό ρυθμό, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν λίγο πριν την έναρξη την Κυριακή στο Παρίσι διεθνούς διάσκεψης για την έρευνα για το AIDS.

«Ο αριθμός των θανάτων που συνδέονται με το AIDS έπεσε από το 1,9 εκατομμύριο το 2005 σε 1 εκατομμύριο το 2016», διευκρινίζει η UNAIDS.

Σύμφωνα με την υπηρεσία, υπάρχουν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά σημάδια στην Αφρική, μια ήπειρο που έχει πληγεί περισσότερο από την πανδημία που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 και έχει κοστίσει τη ζωή μέχρι στιγμής σε περίπου 35 εκατομμύρια ανθρώπους σε σύνολο 76,1 εκατομμυρίων που μολύνθηκαν από τον ιό HIV.

Η ανατολική και η νότια Αφρική έχουν καταγράψει τις σημαντικότερες προόδους, περιορίζοντας τις νέες μολύνσεις από τον ιό HIV κατά σχεδόν 30% από το 2010. Το Μαλάουι, η Μοζαμβίκη, η Ουγκάντα και η Ζιμπάμπουε έχουν καταφέρει να περιορίσουν τις νέες μολύνσεις κατά 40% ή περισσότερο από το 2010.

Οι περιοχές της αύξησης των θανάτων

Ωστόσο, η έκθεση της UNAIDS προειδοποίησε ότι δεν σημειώνουν προόδους όλες οι περιοχές. Στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, όπως και στην ανατολική Ευρώπη και την κεντρική Ασία, οι θάνατοι που συνδέονται με το AIDS αυξήθηκαν κατά 48% και 38% αντίστοιχα, κυρίως επειδή οι ασθενείς δεν έχουν πρόσβαση σε θεραπεία.

Το όριο του 50% των οροθετικών ατόμων που λαμβάνουν θεραπεία, που επετεύχθη τον Ιούνιο του 2016, έχει πλέον ξεπεραστεί: «Το 2016, 19,5 εκατομμύρια άνθρωποι σε σύνολο 36,7 εκατομμυρίων που ζουν με τον ιό HIV είχαν πρόσβαση σε θεραπεία», δηλαδή περισσότερο από το 53%.

«Η μάχη μας για τον τερματισμό της πανδημίας του AIDS έχει μόλις αρχίσει», προειδοποιεί ωστόσο ο Μισέλ Σιντιμπέ εκτελεστικός διευθυντής του UNAIDS στην έκθεση.

«Ζούμε σε ευάλωτους καιρούς και οι πρόοδοι που έχουν επιτευχθεί μπορούν εύκολα να αντιστραφούν», εκτίμησε.

Το 2016 καταγράφηκαν 1,8 εκατομμύρια νέες μολύνσεις από τον ιό HIV, δηλαδή μία μόλυνση κάθε 17 δευτερόλεπτα κατά μέσο όρο.

Ο αριθμός αυτός σημειώνει μείωση κάθε χρόνο και βρίσκεται πολύ κάτω από τις 3,5 εκατομμύρια μολύνσεις που είχαν καταγραφεί το 1997. Παρόλα αυτά ο ρυθμός είναι πολύ αργός για την επίτευξη του στόχου των μόλις 500.000 νέων μολύνσεων το 2020, προειδοποιεί η υπηρεσία του ΟΗΕ.

Λιγότερα παιδιά έχουν πρόσβαση σε αντιρετροϊκά φάρμακα

Η έκθεση υπογραμμίζει επίσης ότι μόλις το 43% των παιδιών που έχουν μολυνθεί από τον ιό HIV έχει πρόσβαση σε αντιρετροϊκά φάρμακα, έναντι του 54% των ενηλίκων.

Καταγγέλλει επίσης τη στασιμότητα στη χρηματοδότηση, με 19 δισ. δολάρια να είναι διαθέσιμα στο τέλος του 2016, την ώρα που χρειάζονται 7 δισ. δολάρια επιπλέον ως το 2020.

«Ο στόχος των “τριών 90” ως το 2020 είναι ρεαλιστικός και πιθανός, αν αντιμετωπίσουμε με αποφασιστικότητα τις ελλείψεις» που επισημαίνονται στην έκθεση, εκτιμά η υπηρεσία του ΟΗΕ.

Ο στόχος αυτός συνίσταται στο 90% των ατόμων που έχουν προσβληθεί από τον ιό HIV να γνωρίζουν την κατάστασή τους, μεταξύ αυτών το 90% να λαμβάνει θεραπεία και από αυτούς το 90% να καταφέρει να περιορίσει την παρουσία του ιού σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα στο αίμα του.

Στο τέλος του 2016 τα ποσοστά αυτά ήταν 70%, 77% και 82%, σύμφωνα με τη UNAIDS.