Μεγάλη δυσπιστία  απέναντι  στις εξαγγελίες  για τα 239  τοπικές ομάδες υγείας σε 66 πόλεις  έως το τέλος του  2017.

Εγχείρημα  επιπόλαιο και δημαγωγικό  χαρακτηρίζουν γιατροί και φορείς τις αλλαγές στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας

Τα μεγάλα λόγια, οι βαρύγδουπες εξαγγελίες από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό στον Εύοσμο   δεν έπεισαν πολλούς  Και μάλοστα ότι θα υλοποιούν θεσμοί σοβαροί έως το τέλος του χρόνου. Μεγεθύνεται το χάσμα ανάμεσα στην ηγεσία του υπουργείου Υγείας και τους γιατρούς της χώρας με αφορμή τις δρομολογούμενες αλλαγές στην πολύπαθη Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ).

Ετσι, την ίδια μεταρρύθμιση που ο Πρωθυπουργός της χώρας χαρακτήρισε «επαναστατική» και εμβληματική – δίνοντας με τα λόγια αυτά ψήφο εμπιστοσύνης στους ιθύνοντες της οδού Αριστοτέλους – κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στο Κέντρο Υγείας στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, οι ειδικοί στον χώρο της Υγείας την περιγράφουν σαν μια «μαύρη τρύπα».

Και αυτό διότι, όπως υπογραμμίζουν, θα απορροφήσει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, με το φιλόδοξο αυτό εγχείρημα να έχει αμφίβολα αποτελέσματα. Υπολογίζεται ότι σε πρώτη φάση το ετήσιο κόστος των δομών θα ανέρχεται στα 80 εκατ., ενώ στην πλήρη ανάπτυξή του το σύστημα θα χρειάζεται πενταπλάσιους πόρους.

Οσον αφορά τη χρηματοδότηση του έργου, αυτή προέρχεται από το ΕΣΠΑ και τα διαρθρωτικά ταμεία της Ευρώπης, ενώ μετά τη διετία θα υπάρχει σταδιακά αυξανόμενη συνδρομή και του κρατικού προϋπολογισμού, με τους οικονομολόγους της Υγείας να σημειώνουν ότι το εγχείρημα στηρίζεται σε πήλινα πόδια.

Σύμφωνα με το προσχέδιο νόμου που παρουσίασαν  στις 12  Απριλίου ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός και ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας του υπ. Υγείας Σταμάτης Βαρδαρός, ( και όχι ο  υφυπουργός  Π.Πολλάκης, που ασχολείται με την  καθημερινή διαχείρηση στον τομέα της Υγείας η νέα ΠΦΥ θα αναπτυχθεί σε δύο επίπεδα: τις Τοπικές Μονάδες Υγείας (ΤΟΜΥ), που θα στελεχώνονται από οικογενειακούς γιατρούς, νοσηλευτές, επισκέπτες υγείας και θα στεγάζονται σε μικρά ιατρεία, καθώς και τις σημερινές δομές (Κέντρα Υγείας, μονάδες ΠΕΔΥ – πρώην ΕΟΠΥΥ), που θα ονομαστούν όλες Κέντρα Υγείας. Οι πρώτες 50 ΤΟΜΥ θα ξεκινήσουν τη λειτουργία τους τον ερχόμενο Ιούνιο. Εως το τέλος του 2017 σχεδιάζεται να αναπτυχθούν 239 ΤΟΜΥ, σε 65 αστικά κέντρα, καλύπτοντας το 30% του πληθυσμού της χώρας κυρίως σε περιοχές με υψηλούς δείκτες ανεργίας, χαμηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ και «φτωχή» παρουσία του ΕΣΥ. Στο πλαίσιο αυτό, τον ερχόμενο μήνα θα βγει προκήρυξη για προσλήψεις 3.000 επαγγελματιών υγείας, εκ των οποίων 1.300 γενικοί γιατροί, παθολόγοι και παιδίατροι για να αναλάβουν ρόλο οικογενειακού γιατρού. Οι γιατροί θα έχουν συμβάσεις διετούς διάρκειας με δικαίωμα ανανέωσης και με απολαβές επιμελητή Α΄ ΕΣΥ (περίπου 1.500 ευρώ καθαρά τον μήνα), ενώ σκοπός του υπουργείου είναι να ενταχθούν ως μόνιμοι στο ΕΣΥ. Αυτό θα εξεταστεί στο τέλος του τετραετούς προγράμματος βάσει του οποίου θα λειτουργήσει αρχικά το νέο σύστημα ΠΦΥ με χρηματοδότηση από κοινοτικούς πόρους.

Ο «Φύλακας» της Υγείας

Ειδικότερα, ο οικογενειακός γιατρός (γενικός γιατρός ή παθολόγος και παιδίατρος) θα είναι ο «πυρήνας» της ΠΦΥ, καθώς θα βρίσκεται στο… τιμόνι κάθε Τοπικής Μονάδας Υγείας (ΤΟΜΥ). Ως το τέλος του έτους θα έχουν τεθεί σε λειτουργία, όπως έχει δεσμευθεί ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός, 239 ΤΟΜΥ σε 65 αστικά κέντρα, εκ των οποίων οι 60 αναμένεται να ανοίξουν τις πόρτες τους εντός του Ιουλίου. Δέσμευση  που   διακήρυξε και ο Πρωθυπουργός στον Εύοσμο.

Ολοι οι ασφαλισμένοι του ΕΟΠΥΥ θα πρέπει να εγγραφούν από 1ης Ιανουαρίου του 2018 στον οικογενειακό γιατρό τους, ο οποίος θα  έχει πληθυσμό ευθύνης 2.000 ενηλίκους και κάθε παιδίατρος 1.000 με 1.500 παιδιά.

Κλειδί στη δρομολογούμενη μεταρρύθμιση είναι ότι ο οικογενειακός γιατρός θα είναι ο μοναδικός υπεύθυνος για την παραπομπή των ασθενών σε ειδικούς γιατρούς, είτε στο δημόσιο σύστημα είτε σε συμβεβλημένους.

Στο μεταξύ, οι κυβερνητικές αλλαγές στην ΠΦΥ αποδεικνύεται ότι ευθυγραμμίζονται με τις διαταγές των δανειστών της χώρας, με πάγιο ζητούμενο τη μείωση των δαπανών στην Υγεία. Οπως προβλέπεται στο συμπληρωματικό μνημόνιο, ο οικογενειακός γιατρός αναλαμβάνει τον ρόλο του «φύλακα» (gatekeeper) καθώς μέσω ενός ηλεκτρονικού συστήματος θα εγκρίνονται οι παραπομπές στα νοσοκομεία και στα διαγνωστικά κέντρα (είτε είναι δημόσια είτε ιδιωτικά).

Και παρ’ όλο που η ίδρυση ενός συστήματος ΠΦΥ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σανίδα σωτηρίας για τα δημόσια νοσοκομεία, που σηκώνουν το βάρος των κενών, οι γιατροί του ΕΣΥ εκφράζουν έντονη αμφισβήτηση για τον σχεδιασμό και την αποτελεσματικότητά του.

Το «τρύπιο δίχτυ»

Η περίπτωση του «Ευαγγελισμού» είναι ενδεικτική: Οι περιγραφές του καρδιολόγου και προέδρου του Σωματείου Εργαζομένων Ηλία Σιώρα καταδεικνύουν τη δραματική κατάσταση που επικρατεί στις εφημερίες. Σε μια ήσυχη εφημερία προσέρχονται 1.200 ασθενείς ενώ η κατάσταση γίνεται αφόρητη όταν ο αντίστοιχος αριθμός σκαρφαλώνει στους 1.800. Αντίστοιχα, εάν ένας πολίτης χρειάζεται να υποβληθεί σε μαγνητική θα περιμένει στην ουρά για τουλάχιστον έναν μήνα, ενώ για μια κολονοσκόπηση η αναμονή αγγίζει τους 8 μήνες!

«Είναι αποδεδειγμένο ότι το 70%-80% των περιστατικών δεν χρήζουν νοσηλείας ή νοσοκομειακής φροντίδας. Οι πολίτες όμως δεν εμπιστεύονται τα πολυϊατρεία καθώς η αποψίλωση σε προσωπικό, υλικά και υπηρεσίες τα έχει οδηγήσει σε υπολειτουργία. Η μοναδική δωρεάν διέξοδος τους είναι τα νοσοκομεία» επισημαίνει ο κ. Σιώρας.

Ο ίδιος ωστόσο όχι μόνο δεν διαβλέπει αναβάθμιση στην Υγεία παρά τις εξαγγελίες της ηγεσίας του υπουργείου, αλλά τη δημιουργία ενός συστήματος που παραπέμπει σε «τρύπιο δίχτυ».

Ετσι, σύμφωνα με τον κ. Σιώρα αδύναμο σημείο αποτελεί η αναλογία γιατρών – ασθενών που προβλέπει το σχέδιο νόμου. Στα ΤΟΜΥ προβλέπεται και θέση καρδιολόγου, ο οποίος θα έχει πληθυσμό αναφοράς ως και 30.000 κατοίκους. «Η λίστα αναμονής θα είναι μοιραίο αποτέλεσμα» καταλήγει ο κ. Σιώρας.

Η δε διασύνδεση των ΤΟΜΥ με τα Κέντρα Υγείας παραπέμπει σε… σπασμένο κρίκο, δεδομένων των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι δημόσιες δομές στο σύνολό τους.

«Μέτωπο» αντιδράσεων

Στο μπλόκο του μετώπου απέναντι στους σχεδιασμούς του υπουργείου Υγείας είναι και η Ομοσπονδία Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδας (ΟΕΝΓΕ). «Επιμένουμε στην από χρόνια διεκδίκησή μας για δημόσιο, δωρεάν και αποκλειστικά χρηματοδοτούμενο από τον κρατικό προϋπολογισμό πλήρες σύστημα ΠΦΥ με όλους τους υγειονομικούς που το απαρτίζουν δημόσιους και πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Και φυσικά την άμεση διασύνδεση με τα δημόσια νοσοκομεία. Εκτιμάμε ότι το νομοσχέδιο περί ΠΦΥ που έχει ανακοινώσει το υπουργείο δεν είναι προς αυτή την κατεύθυνση» σημειώνει ο νευροχειρουργός και μέλος του ΔΣ της ΟΕΝΓΕ Παναγιώτης Παπανικολάου.

Και συνεχίζει: «Αντίθετα, προβλέπει υγειονομικούς που θα έχουν ελαστικές προσωρινές εργασιακές σχέσεις και με βασικό στόχο τον περιορισμό των δημοσίων δαπανών υγείας. Αλλωστε, στο κείμενο της συμφωνίας κυβέρνησης και δανειστών που έχει διαρρεύσει περιγράφεται ως προαπαιτούμενο η λειτουργία της ΠΦΥ ως φραγμός πρόσβασης των ασθενών στα νοσοκομεία».

Κατηγορηματικά εκφράζει την αντίθεσή του στο «gatekeeping» και ο πρόεδρος του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου Μιχάλης Βλασταράκος, επισημαίνοντας ότι η ΠΦΥ όπως έχει σχεδιαστεί «δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές υγειονομικές ανάγκες της χώρας. Αμεση προτεραιότητα θα έπρεπε να είναι η λειτουργία των Αστικών Κέντρων Υγείας, τα οποία θα έχουν όλες τις ειδικότητες και θα εφημερεύουν επί 24ώρου βάσεως, καθώς και η δημιουργία ανεξάρτητων Τμημάτων Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) τα οποία θα αποσυμφορήσουν τα νοσοκομεία».

Υπό το πρίσμα αυτό, ο ίδιος επιμένει ότι η δημιουργία ολοκληρωμένης Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας προϋποθέτει αύξηση των δημόσιων δαπανών από 5% του ΑΕΠ που είναι σήμερα σε 6%, που είναι το όριο ασφαλείας κάθε συστήματος υγείας.