Λίστες μεγάλης φοροδιαφυγής: Τι έλεγχοι μπορούν να γίνουν και σε ποιους, ποιες υποθέσεις διαγράφονται.

Στο αρχείο στέλνει το ΣτΕ χιλιάδες εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις

Σε εκατοντάδες χιλιάδες, υπολογίζονται οι εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις, που τερματίζονται  μετά την δημοσίευση της ομόφωνης απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία έκρινε ότι η παραγραφή των φορολογικών αξιώσεων είναι πενταετής (έστω εξαετής) και  ότι οι συνεχείς παρατάσεις παραγραφής  από τις Εφορίες  ή με γενικές αποφάσεις του ΥΠΟΙΚ είναι   παράνομες  και αντισυνταγματικές.  Απόφαση ,που  έχει συνέπειες  και στα πρόστιμα, που έχουν επιβληθεί για τα  νόμιμα έτη ελέγχου, πέραν  δηλαδή της πενταετίας ή έστω εξαετίας.

Συγκεκριμένα,, όλοι οι φορολογικοί έλεγχοι που έγιναν πλέον της πενταετίας ουσιαστικά ακυρώνονται, ενώ την ίδια στιγμή τα έσοδα που προσδοκούσε η Κυβέρνηση από τους ελέγχους αυτούς, αποτελούν προσδοκίες χωρίς αντίκρισμα.

Πρέπει να  τονισθεί  ότι, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας με την απόφασή της, επανέλαβε τη θέση περί πενταετούς παραγραφής των φορολογικών αξιώσεων που είχαν λάβει, κατά καιρούς, τα Τμήματα του Συμβουλίου της Επικρατείας η άλλα διοικητικά δικαστήρια. Υπήρχε δηλαδή  ένα   μεγάλο προηγούμενο δικαστικών  επαφών τη κατηγορίας  αυτής..

Η  ΥΠΟΘΕΣΗ   ΣΕ ΒΑΘΟΣ-  ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ  ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ

Κατά συνέπεια, άμεσες συνέπειες  είναι οι μειωμένες  εισπράξεις  του Δημοσίου  σε στροφή προς νέες υποθέσεις φοροδιαφυγής υποχρεώνεται πλέον ο φοροελεγκτικός μηχανισμός  του  Κράτους.

Αιτία, η απόφαση του ΣτΕ που γκρέμισε το σαθρό οικοδόμημα των αλλεπάλληλων παρατάσεων παραγραφής ανέλεγκτων χρήσεων, λόγω διαχρονικής αδυναμίας ή απροθυμίας του υπουργείου Οικονομικών να τακτοποιήσει τα του οίκου του.

Σύμφωνα με πληροφορίες του ΠΡΩΤΟΥ  ΘΕΜΑΤΟΣ, ο Διοικητής της ΑΑΔΕ μόλις πάρει στα χέρια του τη λίγο ως πολύ αναμενόμενη απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, θα απευθύνει ερώτημα προς το ΝΣΚ, προκειμένου να διαπιστωθεί το μέγεθος του προβλήματος και της ζημιάς, ειδικά όσον αφορά στους εν εξελίξει ελέγχους στις λίστες της αποκαλούμενης μεγάλης φοροδιαφυγής. Πρόβλημα είναι πολύ πιθανόν ότι θα προκληθεί και στη διαδικασία της οικειοθελούς αποκάλυψης αδήλωτων εισοδημάτων, η οποία παρατάθηκε ως το τέλος Σεπτεμβρίου, αλλά πλέον είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο, ειδικά αν συνυπολογιστούν και οι «βαριές» προσαυξήσεις φόρων.

Οι πρώτες εκτιμήσεις έμπειρων στελεχών της Φορολογικής Διοίκησης δεν είναι ενθαρρυντικές, καθώς στην πραγματικότητα οι ελεγκτές που έχουν επιφορτιστεί με το έργο της διερεύνησης των φακέλων που έχουν διαβαθμιστεί ως «υψηλής σπουδαιότητας», θα λειτουργούν με δεμένα τα χέρια, τουλάχιστον σε ό,τι έχει να κάνει με στοιχεία που ανατρέχουν στο διάστημα προ του 2011. Όπως αναφέρουν τα εν λόγω στελέχη, με την απόφαση του ΣτΕ κατεβαίνουν τα ρολά για τις χρήσεις 2000-2010, στις οποίες, όμως, αφορούν όλες οι περιπτώσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας ήτοι η λίστα Λαγκάρντ, η λίστα των μεγαλοκαταθετών, η λίστα Μπόργιανς κ.λπ. Έλεγχοι ασφαλώς και μπορούν να γίνουν για τις χρήσεις 2011 και εξής, αλλά είναι προφανές ότι αν τα ίχνη του «μαύρου» χρήματος χάνονται προς τα πίσω, ο ελεγκτικός μηχανισμός πολύ δύσκολα θα μπορέσει να «δέσει» τις υποθέσεις.

Υπό διερεύνηση, αν και με ελάχιστες ως μηδενικές πιθανότητες, είναι το ενδεχόμενο να θεωρηθούν τα στοιχεία για τις καταθέσεις (λίστα 1,3 εκατομμυρίων ΑΦΜ με μεγάλες καταθέσεις) ως νέα στοιχεία. Σε αυτήν την περίπτωση, η παραγραφή γίνεται δεκαετής, άρα οι έλεγχοι μπορούν να φτάσουν ως και το 2006, ωστόσο όπως παραδέχονται οι ίδιες πηγές, η έως τώρα στάση των δικαστηρίων είναι να απορρίπτουν το επιχείρημα ότι πρόκειται για νέα στοιχεία, με το σκεπτικό ότι ο φοροελεγκτικός μηχανισμός όφειλε να εντοπίσει αυτές τις καταθέσεις εξαρχής.

Ως ερμηνευτικά «ακραία» χαρακτηρίζεται, επίσης, η επίκληση των διατάξεων του νόμου 4174, με τις οποίες η παραγραφή στις περιπτώσεις φοροδιαφυγής- ακόμα και για ανακριβείς δηλώσεις εισοδήματος- είναι 20ετής. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τα εν λόγω στελέχη, οι χρήσεις 2000- 2002, που βρίσκεται για πολλούς η… ρίζα του κακού, θα πρέπει να θεωρούνται παραγεγραμμένες.

Η ουσία είναι ότι περίοδοι στις οποίες πολύ χρήμα άλλαξε πολλά χέρια -μιλάμε για την περίοδο μετά από τη «φούσκα» του Χρηματιστηρίου και την είσοδο στην ΟΝΕ- φαίνεται ότι περνούν στο φοροελεγκτικό απυρόβλητο. Επί έτη, το υπουργείο Οικονομικών αντί να οργανωθεί, να αξιοποιήσει τις νέες τεχνολογίες- όπως έκαναν άλλα κράτη- μέλη της Ε.Ε. εξαντλώντας συν τοις άλλοις και τα κονδύλια των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης- και να αλλάξει τις απαρχαιωμένες ελεγκτικές μεθόδους, επέλεξε να διατηρήσει ένα μοντέλο εξαιρετικά αναποτελεσματικών, όπως αποδείχθηκε, ελέγχων, με αποτέλεσμα οι σοβαρές περιπτώσεις φοροδιαφυγής να χάνονται μέσα σε έναν κουρνιαχτό μαζικών, υποτίθεται, ελέγχων.

Πέρα από την προφανή ζημιά στα κρατικά έσοδα- το συγκεκριμένο θέμα αποτέλεσε εξαρχής βασικό σημείο αναφοράς σε όλα τα κείμενα της Τρόικα και των Μνημονίων- το πρόβλημα επιχειρήθηκε να καλυφθεί με αλλεπάλληλες παρατάσεις στις παραγραφές, δημιουργώντας ένα δεύτερο πρόβλημα: Tην καλλιέργεια κλίματος ανασφάλειας δικαίου, το οποίο συν τοις άλλοις αποτέλεσε μια από τις αιτίες απομάκρυνσης σοβαρών επενδύσεων στην ελληνική οικονομία.