Άρχισε νέα πτώση στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου (και της βενζίνης). Κάτω από τα πενήντα δολάρια το βαρέλι και πάλι.

Καλύτερα νέα για την αγορά, τις μεταφορές, την βιομηχανία αλλά και τους καταναλωτές. Μεγαλύτερα μερίδια αγοράς διεκδικούν Ιράν και Ρωσία. Άρχισαν να υποχωρούν από προχθές Δευτέρα οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου και κατά συνέπεια σε όλα τα καύσιμα.

Μια ευεργετική επίπτωση που είναι άγνωστο πότε θα φανεί στην Ελλάδα όπου οι φόροι των καυσίμων είναι πολύ υψηλοί και οι τιμές βενζίνης και πετρελαίου γίνονται ανελαστικές σε κάθε μείωση διεθνώς και επιταχύνονται σε κάθε αύξηση. Η νέα υποχώρηση είναι κάτω από 50$ το βαρέλι δηλαδή βρισκόμαστε περίπου στο 1/3 των διεθνών τιμών προμήθειας πριν από δύο χρόνια.

Εκπρόσωποι χωρών μη-μελών του ΟPEC, όπως του Αζερμπαϊτζάν, της Βραζιλίας, του Καζακστάν, του Μεξικό, του Ομάν και της Ρωσίας, συναντήθηκαν το Σάββατο στη Βιέννη για να αναζητήσουν κοινό τόπο συνεννόησης και δράσης. Το αποτέλεσμα ήταν αποκαρδιωτικό για τον κόσμο του πετρελαίου – όχι και για τους καταναλωτές βέβαια…

Διότι στο μόνο που κατάφεραν να συμφωνήσουν είναι να ξανασυναντηθούν το Νοέμβριο και πάντως πριν από την προγραμματισμένη υπουργική σύνοδο του OPEC της 30ής Ιουνίου.

Οι μη συμμετέχοντες στο άλλοτε κραταιό «πετρελαϊκό καρτέλ» παραγωγοί σε κοινή τους ανακοίνωση εξέφρασαν την αδυναμία τους να συμμετάσχουν σε μια κοινή (με τον OPEC) προσπάθεια ενίσχυσης της παγκόσμιας πετρελαϊκής αγοράς και συνέστησαν στον Οργανισμό να λύσει πρώτα τις διαφορές μεταξύ των μελών του και μετά να ζητήσει την αρωγή των μη-μελών.

Σύμφωνα με πληροφορίες ξένων ειδησεογραφικών πρακτορείων από την έδρα του OPEC στη Βιέννη, τέσσερις είναι οι χώρες-μέλη που εγείρουν αντιρρήσεις σε ό,τι αφορά τον περιορισμό της πετρελαϊκής προσφοράς: το Ιράν, το Ιράκ, η Νιγηρία και η Λιβύη. Σημειωτέον ότι ο OPEC αριθμεί πλέον 14 κράτη-μέλη, μετά την επιστροφή και επανένταξη του Εκουαδόρ και της Γκαμπόν τον Ιανουάριο και τον Ιούλιο της εφετινής χρονιάς.

Υποχωρούν και πάλι οι τιμές

Η έλλειψη πνεύματος συνεργασίας, επισημαίνει το ΒΗΜΑ, που επιδεικνύουν όχι μόνο οι παραγωγοί που δεν μετέχουν αλλά και εκείνοι που μετέχουν στον OPEC απομάκρυνε τις τιμές του πετρελαίου από το επίπεδο των 50 δολαρίων το βαρέλι που μετά από τόσο κόπο φαίνονταν ότι είχαν κατακτήσει το καλοκαίρι οι πετρελαιοπαραγωγοί.

Στο Λονδίνο η τιμή του πετρελαίου Brent (συμβόλαια παράδοσης Δεκεμβρίου) υποχωρούσε το μεσημέρι κατά 38 σεντς στα 49,33 δολάρια το βαρέλι, αφού νωρίτερα είχε φθάσει να υποχωρεί κατά 76 σεντς συγκριτικά με την τιμή κλεισίματος της περασμένης Παρασκευής.

Στην αγορά εμπορευμάτων της Νέας Υόρκης την ίδια ώρα η τιμή του αργού υποχωρούσε κατά 30 σεντς στα 48,40 δολάρια το βαρέλι, ενώ την Παρασκευή η αγορά είχε κλείσει με πτώση 1,02%.

«Θα υπάρξουν περαιτέρω πιέσεις στις τιμές του πετρελαίου καθώς αναμένεται να ανακοινωθούν επισήμως οι υπερβάσεις των πλαφόν παραγωγής από τις χώρες-μέλη του OPEC» σημειώνει σε σημείωμά της η Commerzbank. Οι ειδικοί περί τα πετρελαϊκά αναλυτές της γερμανικής τράπεζας εκτιμούν ότι οι χώρες του καρτέλ παρήγαγαν τον Οκτώβριο «σημαντικά υψηλότερες από τις αναγκαίες ποσότητες πετρελαίου».

Ιράν και Ρωσία

Το ιστορικά ανταγωνιστικό έναντι των αραβικών χωρών του Περσικού Κόλπου Ιράν αποτελεί το συστηματικά απείθαρχο μέλος του OPEC, ενώ τη δική της ανεξάρτητη πετρελαϊκή πολιτική ακολουθεί και η μη συμμετέχουσα στον Οργανισμό Ρωσία, που σημειωτέον είναι η δεύτερη, μετά τη Σαουδική Αραβία, χώρα παραγωγής πετρελαίου στον κόσμο.

Τόσο το Ιράν όσο και η Ρωσία έχουν επί σειρά ετών υποστεί εμπορικές κυρώσεις από τη Δύση και ως εκ τούτου προσπαθούν να εκμεταλλευθούν όσο το δυνατόν περισσότερο τις πλουτοπαραγωγικές τους πηγές για να ισορροπήσουν τους προϋπολογισμούς τους.

Οι κυρώσεις κατά της Τεχεράνης ήρθησαν επί προεδρίας Ομπάμα και ως εκ τούτου το Ιράν προσπαθεί πυρετωδώς να ανακτήσει τα μερίδια της αγοράς που είχε στις αρχές της περασμένης δεκαετίας, όταν ήταν η δεύτερη σε εξαγωγές χώρες του OPEC μετά τη Σαουδική Αραβία. Όπως μεταδίδει το Reuters, οι ασιατικές εισαγωγές ιρανικού αργού πετρελαίου εκτινάχθηκαν κατά 70% υψηλότερα το Σεπτέμβριο συγκριτικά με τον αντίστοιχο μήνα του 2015.

Η Ρωσία, σύμφωνα με το προσχέδιο του προϋπολογισμού της, έχει θέσει ως στόχο την αύξηση της παραγωγής της κατά 0,7% την επόμενη χρονιά και επιπλέον κατά 0,9% το 2018. Ειδικότερα η Μόσχα σχεδιάζει την αύξηση της πετρελαϊκής παραγωγής της χώρας στο επίπεδο-ρεκόρ των 548 εκατ. τόνων το 2017 από τους 544 εκατ. τόνους που εκτιμάται ότι θα παραγάγει εφέτος.

Η Μόσχα, άλλωστε, υπέγραψε τον Οκτώβριο μια σημαντική συμφωνία πετρελαϊκής συνεργασίας 15 δισ. δολαρίων με την Ινδία, ενώ στρατηγικός της στόχος είναι ο διεμβολισμός του πελατολογίου των χωρών του Περσικού στην ευρύτερη περιοχή της νότιας Ασίας. Βάσει της ινδορωσικής συμφωνίας, η Rosneft θα εξαγοράσει το διυλιστήριο Vadinar της ινδικής Essar Oil και θα αποκτήσει την εκμετάλλευση περίπου 2.700 σταθμών καυσίμων της Essar Oil στη χώρα των 1,2 δισ. κατοίκων.

Η έλλειψη διάθεσης συνεργασίας του Ιράν και της Ρωσίας με τους άλλους πετρελαιοπαραγωγούς για τη συγκράτηση της παραγωγής τους τα επόμενα τουλάχιστον δύο χρόνια αποτελεί τη μεγαλύτερη «εγγύηση» για την παραμονή των τιμών του πετρελαίου σε σχετικά χαμηλά επίπεδα – κάτω από τα 50 δολάρια το βαρέλι – τους επόμενους μήνες, αν όχι χρόνια.

Επιτόκια δολαρίου

Τέλος, μια επίσης σημαντική εξέλιξη θα επηρεάσει πτωτικά τις τιμές του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές τους μήνες του χειμώνα: πρόκειται για την αναμενόμενη αύξηση των αμερικανικών επιτοκίων από τη Fed και τη συνεπαγόμενη ενίσχυση του δολαρίου (κυρίως αν στις 8 Νοεμβρίου εκλεγεί η Χίλαρι Κλίντον).

Το Reuters αναφέρει ως «ακόμα μια ένδειξη» για πιέσεις στις τιμές την ανακοίνωση της αμερικανικής Επιτροπής Συναλλαγών Προθεσμιακών Συμβολαίων Εμπορευμάτων (CFTC) την περασμένη Παρασκευή, σύμφωνα με την οποία οι «παίκτες» στα συμβόλαια αργού πετρελαίου μείωσαν τις «long» θέσεις τους την εβδομάδα που έληξε στις 25 Οκτωβρίου, για πρώτη φορά έπειτα από πέντε εβδομάδες κατά τις οποίες τις ενίσχυαν.