28 ΜΑΪΟΥ (Σάββατο)

Ευτυχούς (επισκόπου Μελιτινής), Μαρτύρων Ελικωνίδος και Ευτυχίου, Ιγνατίου
(επισκόπου του Ρώσου), Νεομάρτυρος Δημητρίου ή Μήτρου (1794).
Μνήμη Α΄ Οικουμενικής Συνόδου
Παγκόσμια Ημέρα Δράσης

Α΄ Οικουμενική Σύνοδος: Συγκλήθηκε από το Μεγάλο Κωνσταντίνο στη Νίκαια της Βιθυνίας κατά το έτος 325 και αποτελούνταν από τριακόσιους δεκαοκτώ άγιους και θεοφόρους Πατέρες, οι οποίοι έλεγξαν τα κηρύγματα του Αρείου περί του ότι ο Υιός ήταν κτίσμα του Θεού. Τότε γράφηκαν τα πρώτα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως.

Ο Νεομάρτυρας Δημήτριος ή Μήτρος καταγόταν από την Πελοπόννησο. Σε ηλικία έντεκα ετών αλλαξοπίστησε (πιθανόν μετά την καταστολή της επανάστασης του 1769) και πήρε το όνομα Μουσταφάς. Έφτασε μέχρι το αξίωμα του Επάρχου αποκτώντας πολύ πλούτο και δούλους. Επιθυμούσε όμως τη χριστιανική ζωή και με τη συμβουλή ενός πνευματικού ζούσε κρυφά ως Χριστιανός. Η χριστιανική ζωή του όμως σκανδάλισε τους Τούρκους και τον κατήγγειλαν στον πασά της Τρίπολης. Ο Δημήτριος συνελήφθη στον Μιστρά και οδηγήθηκε μπροστά στον πασά, όπου και ομολόγησε δημοσίως την πίστη του, λέγοντας ότι είναι έτοιμος να χύσει το αίμα του για τον Χριστό. Ο Δημήτριος τελικά αποκεφαλίστηκε το 1794, Κυριακή της Πεντηκοστής, στην Τρίπολη. Κατά τον ενταφιασμό του, το δεξί του χέρι έμενε άκαμπτο, σχηματίζοντας με τα τρία του δάχτυλα το σημείο ευλογίας.

Η Αγία Ελικωνίδα έζησε στα μέσα του 3ου αιώνα. Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη, αλλά έζησε στην Κόρινθο. Καταγγέλθηκε στον άρχοντα Περίνιο ως Χριστιανή με αποτέλεσμα να συλληφθεί. Ο Περίνιος, για να την ταπεινώσει ως γυναίκα, της ξύρισε το κεφάλι. Η Ελικωνίδα όμως του είπε ότι το ανθρώπινο σώμα για τους Χριστιανούς είναι όπως το ρούχο. Αυτό κάποια μέρα θα παλιώσει και θα πεταχτεί. Επομένως, είπε «ό,τι κι αν κάνεις στο σώμα μου δεν θα μπορέσεις να βλάψεις με τη χάρη του Θεού την ψυχή μου, στην οποία εμείς οι Xριστιανοί στηρίζουμε την αιώνια ευτυχία μας». Ο Περίνιος μετά έδωσε εντολή και έριξαν την αγία μέσα σε μολύβι, άσφαλτο και μετά στη φωτιά, αλλά δεν έπαθε τίποτα. Τελικώς την αποκεφάλισαν.

Ο Άγιος Ευτύχης (κατ’ άλλους Ευτύχιος) είχε το χάρισμα να αλιεύει ψυχές φέρνοντάς τες κοντά στον Χριστό. Αυτό όμως εξόργισε τους ειδωλολάτρες, με αποτέλεσμα να τον συλλάβουν και να τον θανατώσουν διά πνιγμού.

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος

Είναι αλήθεια ότι από τη γέννησή του ο Χριστιανισμός αντιμετώπισε το μεγάλο πρόβλημα της κατανόησης με βάση τη λογική του ρόλου του προσώπου του Χριστού ως προς τη σωτηρία του ανθρώπου και ως προς τη σχέση του με τον ίδιο το Θεό.
Από νωρίς αρκετοί φιλόσοφοι της εποχής κατανοούσαν τον Χριστό σαν κάτι κατώτερο από το Θεό. Αυτών οι ιδέες ήταν λίγο πολύ γνωστές από παλιότερα στην Εκκλησία από διάφορες ομάδες χριστιανιζόντων φιλοσόφων ή αιρετικών, με πιο γνωστούς τους λεγόμενους «Γνωστικούς» και τους «Μανιχαίους». Ακόμα, γνωστά κατά την εποχή εκείνη πρόσωπα, όπως ο Παύλος ο Σαμοσατεύς ή ο Σαβέλλιος, με το δικό τους τρόπο αρνούνταν την κοινή στους Χριστιανούς συνείδηση ότι ο Χριστός είναι ένα από τα τρία ισότιμα πρόσωπα της Θεότητας, της Αγίας Τριάδας. Ήταν δηλαδή μια περίοδος που πολλοί έδιναν τη δική τους εκδοχή ως προς το τι είναι ο Χριστός και με ποιο τρόπο σώζει.

Αυτές οι δοξασίες, αντίθετες με την ορθόδοξη συνείδηση, αντιμετωπίζονταν τοπικά από την Εκκλησία έως την εποχή που ένα μεγάλο για την εποχή, ως προς το κύρος που είχε ανάμεσα στους πιστούς, πρόσωπο, ο Άρειος, πρόβαλε τη δική του αιρετική άποψη.

Ο Άρειος ήταν Λίβυος, ιερέας της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας. Από το 318 μ.Χ. άρχισε να διατυμπανίζει τις απόψεις του, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν στο εξής: ο Χριστός δεν είναι «αγέννητος», δηλαδή έχει αρχή και γεννάται, δημιουργείται ως κτίσμα από το Θεό «Πατέρα», που είναι και ο μόνος αγέννητος. Υποβιβάζει δηλαδή τον Χριστό από Θεό σε ένα εκ των κτισμάτων του Θεού. Αρνήθηκε δηλαδή τη Θεότητα του Χριστού. Τον δεχόταν ως κάτι μοναδικό και ξεχωριστό –ακόμα και ως υποδεέστερο «δεύτερο Θεό»–, αλλά όχι ως Θεό.

Πίστευε ότι ο Θεός πήρε ένα άψυχο σώμα και του εμφύσησε τη θεία ψυχή. Στην πραγματικότητα δηλαδή ούτε Θεός αλλά ούτε και τέλειος άνθρωπος ήταν. Άρα πώς ένα τέτοιο περίεργο ον μπορούσε να σώσει τον άνθρωπο; Ο πρώτος που παρατήρησε τις προβληματικές απόψεις του Αρείου ήταν ο ίδιος του ο επίσκοπος Αλεξανδρείας Αλέξανδρος. Αυτός, αφού προσπάθησε να τον κάνει να αλλάξει ιδέες, στη συνέχεια τον καθήρεσε από ιερέα και, βλέποντας ότι δε σταματούσε, συγκάλεσε το 320-321 σύνοδο τοπική και τον καταδίκασε.
Ο Άρειος κατέφυγε στην Παλαιστίνη για να συνεχίσει τη δράση του. Εκεί έγινε δεκτός από τον επίσκοπο Ευσέβιο Νικομηδείας, ο οποίος και τον αποκατέστησε στην ιεροσύνη και μεσολάβησε στην Αλεξάνδρεια για να ξαναγίνει ο Άρειος δεκτός εκεί. Η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας αντιδρά και μετά από μια καταδικαστική για τον Άρειο σύνοδο το 324 πετυχαίνει τη σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου το 325. Πρόεδρος της συνόδου ήταν ο επίσκοπος Κορδούης της Ισπανίας.
Η σύνοδος, αφού συζήτησε διεξοδικά το θέμα και αντέκρουσε τις πλάνες του Αρείου, με πρωταγωνιστή από τη μεριά των Ορθοδόξων τον Άγιο Αθανάσιο, νεαρό τότε διάκονο του Αλεξανδρείας Αλεξάνδρου, καταδίκασε τον Άρειο διατυπώνοντας επισήμως για πρώτη φορά τη θέση πως ο Υιός Χριστός είναι «ομοούσιος» του Θεού Πατέρα. Κατά τη διάρκεια των εργασιών της συνόδου διατυπώθηκε και το πρώτο μέρος του Συμβόλου της Πίστεως (Πιστεύω) μέχρι το σημείο «και εις το Πνεύμα το Άγιον». Λέγεται από πολλούς μάλιστα ότι ο όρος «ομοούσιος», που επέλυσε και το πρόβλημα της μονολεκτικής διατύπωσης του ότι ο Χριστός είναι «Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού», προτάθηκε από το συγκαλέσαντα τη σύνοδο (ως αυτοκράτορας) και συνοδικό (παρακολούθησε το σύνολο των εργασιών της συνόδου) Μέγα Κωνσταντίνο.
Η αίρεση του Αρείου παρά την καταδίκη της έμελλε να ταλαιπωρήσει για καιρό ακόμα την Εκκλησία. Ανέδειξε όμως μια από τις μεγαλύτερες μορφές στην Πατερική θεολογία. Τον Άγιο Μέγα Αθανάσιο, του οποίου η ζωή και το συγγραφικό έργο αφιερώθηκε εξολοκλήρου στην αντιμετώπιση του Αρείου και στην υπεράσπιση της ορθόδοξης πίστης και του Θεανδρικού προσώπου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Τα στοιχεία είναι από το βιβλίο «Ελληνισμός και Ορθοδοξία», εκδόσεις PLS