Yπονόμευση από  Σόιμπλε και  άλλους   συμμάχους  η λύση  στο  σημερινό  ΕUROGROYP. 

“Tη  Δευτέρα, δεν πρόκειται να δεχθούμε μείωση χρέους».

Θα φανεί, τώρα που έφυγε  ο Φρ. Ολάντ από την ηγεσία της Γαλλίας, εάν θα αποδώσει και πόσο η νέα, μόνη παράκληση του Αλ. Τσίπρα  στην Α. Μέρκελ για πίεση στο Συμβούλιο των Οικονομικών Υπουργών.

Δυστυχώς δεν μετράνε οι παλληκαρισμοί για ελληνική κατανάλωση και οι δήθεν απειλές   ή πιέσεις σε ξένους ηγέτες. Μάλλον δεν πρόκειται να έχουμε  λύση του ελληνικού Χρέους  πριν από τις γερμανικές εκλογές  του Σεπτεμβρίου και για άλλους πριν  από τη λήξη  του τρίτου Μνημονίου τον     Αύγουστο του ερχόμενου χρόνου. Το Βερολίνο ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται να δεχθεί μείωση του ελληνικού χρέους στην παρούσα φάση, ψαλιδίζοντας τις ελληνικές προσδοκίες για το Eurogroup της Δευτέρας.

«Η Γερμανία στην παρούσα φάση δεν πρόκειται να δεχθεί καμία μείωση του ελληνικού χρέους», δήλωσε εκπρόσωπος του Γερμανού υπουργού Οικονομικών, μιλώντας στην Bild. Επίσης, απέκλεισε την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής, αλλά και εξαγορά των δανείων του ΔΝΤ από τον ESM.

Αλλωστε, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είχε φροντίσει από την Παρασκευή να ρίξει τον πήχη των προσδοκιών, όταν ο εκπρόσωπός του δήλωσε πως στη συνάντηση της Δευτέρας οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης θα εξετάσουν με λεπτομέρεια τα όσα ψήφισε η ελληνική κυβέρνηση, συμπληρώνοντας όμως «δεν μπορούμε να προδικάσουμε το αποτέλεσμα για μια συνολική συμφωνία».  Θα γνωρίζουμε  τελικά απόψε  το βράδυ δεδομένου    ότι  για άλλη μια φορά το Μαξίμου ανακοίνωση  ότι ο Αλ .Τσίπρας  συνομίλησε για το θέμα αυτό με την Καγκελάριο της Γερμανίας.

 Με βασική παραδοχή ότι η ελληνική οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται μεσομακροπρόθεσμα με ρυθμούς κοντά στο 3%, μέσω νέων, τολμηρών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, έρχεται στο Eurogroup το γερμανικό σχέδιο, σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές. Προφανής στόχος δεν είναι άλλος από το να περιοριστεί στο ελάχιστο δυνατό η ανάγκη νέων παρεμβάσεων για το ελληνικό Χρέος.

Αυτή τη στιγμή τα δεδομένα στις διαβουλεύσεις για το Χρέος είναι πολύ συγκεκριμένα, τουλάχιστον με πολιτικούς όρους: 1) η επιλογή του “κουρέματος” έχει φύγει οριστικά από το τραπέζι από τον περασμένο Μάιο 2) το “πάγωμα” των επιτοκίων, που επίσης έχει ζητήσει το ΔΝΤ, έχει απορριφθεί τόσο από τη Γερμανία όσο κι από τους υπόλοιπους Βόρειους, καθώς φέρνει επιβαρύνσεις στους φορολογούμενους τους. Ποιες είναι οι βασικές επιλογές που απομένουν; Οι μεγάλες επιμηκύνσεις των ωριμάνσεων και μια νέα παράταση της περιόδου χάριτος. Κι εκεί ακριβώς γίνεται το μεγάλο παζάρι, καθώς η κάθε μια πλευρά- δηλαδή το ΔΝΤ και το Βερολίνο- προσέρχονται με τελείως διαφορετικές παραδοχές στις τελικές (;) συζητήσεις.

Όπως αναφέρουν ευρωπαϊκές πηγές, το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών επιμένει στο ότι η Ελλάδα έχει κάνει πολλά αλλά μπορεί και πρέπει να κάνει ακόμα περισσότερα, με ακόμα πιο βαθιές μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, στην αγορά εργασίας και στο πεδίο των ιδιωτικοποιήσεων. Κάνοντας αυτά τα αναγκαία βήματα, η ελληνική οικονομία μπορεί να διατηρήσει ρυθμούς ανάπτυξης 2,5- 3% για τα επόμενα χρόνια και με αυτόν τον τρόπο να περιορίσει τις μεσομακροπρόθεσμες δανειακές της ανάγκες σε διαχειρίσιμα επίπεδα, χωρίς να χρειάζονται τα μέτρα ελάφρυνσης που ζητά το ΔΝΤ.

Αντιθέτως, το Ταμείο επιμένει ότι η Ελλάδα δεν μπορεί ξαφνικά να γίνει πρωταθλήτρια από ουραγός στις μεταρρυθμίσεις κι ως εκ τούτου οι παραδοχές για το ΑΕΠ θα πρέπει να είναι πολύ πιο συντηρητικές, με αποτέλεσμα να απαιτείται ταυτοχρόνως μια χείρα βοηθείας από τους Ευρωπαίους στο πεδίο του Χρέους. Σημειωτέον ότι στη Σύνοδο του Μπάρι, όπως αναφέρουν πληροφορίες, οι Ευρωπαίοι- πλην Σόιμπλε- ικέτεψαν την επικεφαλής του ΔΝΤ να δεσμευθεί για την εμπλοκή του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα, παίρνοντας την απάντηση ότι το ΔΝΤ είναι διατεθειμένο να συμμετάσχει αρκεί η πολιτική συμφωνία, που ευαγγελίζεται και προωθεί ο Β. Σόιμπλε, να συνοδεύεται από κάποιους αξιόπιστους αριθμούς.

Από την πλευρά του το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών υποστηρίζει ότι ήδη έχει ρίξει πολύ νερό στο κρασί του, αποδεχόμενο τον περιορισμό των υψηλών πλεονασμάτων (3,5%) για χρονικό διάστημα μικρότερο της δεκαετίας, συνεχίζοντας ωστόσο τα παζάρια όχι μόνο για το αν αυτά τα πλεονάσματα θα διατηρηθούν ως το 2022 ή το 2023 αλλά και για το ρυθμό αποκλιμάκωσης τους τα επόμενα χρόνια.