Βαρύς  θα  παραμείνει ο ΕΝΦΙΑ  μέχρι το 2019…  Αυτός, που θα τον καταργούσαν  το 2015.  Επιβεβαίωση  χθες, όσων  είχαμε πρώτοι αποκαλύψει  στις  27 Μαρτίου.

 

Το πλήρες και αποκαλυπτικό με   δημοσίευμα ότι   σε ένα άλλο κρίσιμο κοινωνικό-φορολογικό θέμα οι ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ δημαγωγούσαν και έδιναν  ψευδείς υποσχέσεις.

Ψευδείς  υποσχέσεις, ψευδείς προσδοκίες.Καμία αλλαγή στο στόχο είσπραξης 2,65 δισ. ευρώ από τον Ενιαίο Φόρο Ακινήτων μέχρι το 2019 δεν προβλέπει η συμφωνία του Χίλτον που υπεγράφη τα ξημερώματα της Τρίτης.

Όσο για το ενδεχόμενο μείωσή του ΕΝΦΙΑ, αυτή θα είναι της τάξης των 200 εκατ. ευρώ και μόνο αν επιτευχθεί ο στόχος για 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα, όπως γράφει ο Ελεύθερος Τύπος.

Παράλληλα από το 2018 η πληρωμή του φόρου ακινήτων θα ξεκινά από τον Μάρτιο – 6 μήνες νωρίτερα από ό,τι ισχύει σήμερα – και θα υπολογίζεται βάσει των φορολογητέων αξιών προσαρμοσμένων στα επίπεδα των πραγματικών τιμών της κτηματαγοράς και όχι επί των σημερινών αντικειμενικών αξιών.

Πρακτικά η αλλαγή στο χρονοδιάγραμμα σημαίνει ότι αρχής γενομένης από το φθινόπωρο του 2017, οι 7 εκατομμύρια φορολογούμενοι που θα λάβουν τα «ραβασάκια» θα κληθούν να καταβάλουν «χωρίς ανάσα» δύο συνεχόμενους ΕΝΦΙΑ.

Κυβέρνηση και δανειστές συμφώνησαν, τέλος, ότι με την αλλαγή των φορολογητέων αξιών από την προσαρμογή των αντικειμενικών αξιών θα ληθφεί μέριμνα μέσα στο 2018 ώστε να περιοριστούν και άλλο οι απαλλαγές από τον ΕΝΦΙΑ και να αυξηθούν οι συντελεστές επιβολής ώστε τα έσοδα να διατηρηθούν στα επίπεδα των 2,65 δισ. ευρώ.

O ΕΝΦΙΑ δεν θα μειωθεί- καταργηθεί και το 2018, όπως δεν άλλαξε καθόλου πέρυσι και φέτος. Υποχωρεί και στο θέμα αυτό η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Κύριο

Από το 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ανακοινώσει ότι θα καταργούσε τον ΕΝΦΙΑ της διακυβέρνησης Σαμαρά- Βενιζέλου, τον οποίο συνέχισε μέχρι σήμερα.

Ήταν μια προεκλογική εξαγγελία από το 2014, που δεν τηρήθηκε επί τρία χρόνια. Ακολούθησε πέρυσι άλλα εξαγγελία ότι θα μείωνε το φόρο ακίνητης περιουσίας με βάση νέους πίνακες για μικρότερες αντικειμενικές αξίες και φόρους βεβαίως.
Η μείωση του ΕΝΦΙΑ σε ποσοστό 30% αποτελεί μία από τις επιδιώξεις της κυβέρνησης στη διαπραγμάτευση με τους θεσμούς, η οποία μάλλον θα πέσει στο κενό. Δεν υπάρχουν τα αντίστοιχα έσοδα από άλλους πόρους.

Στο πακέτο των θετικών «αντιμέτρων», απέναντι στα νέα σκληρά μέτρα φορολογίας, διαβεβαίωναν καιρό τώρα ότι θα περιλαμβάνεται η μείωση του ΕΝΦΙΑ το 2019, θέμα που θα ήταν ψηλά στην κυβερνητική ατζέντα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις και υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ , οι παρεμβάσεις θα είναι της τάξης του 0,3% του ΑΕΠ, δηλαδή η ελάφρυνση θα φτάσει τα 600 εκατομμύρια ευρώ. Η ελληνική πλευρά εστιάζει στη στήριξη των μικροϊδιοκτητών. Πρώτη προτεραιότητα είναι η ελάφρυνση όσων έχουν εισόδημα έως 9.000 ευρώ σε συνδυασμό με χαμηλή ακίνητη περιουσία.

Όμως τελικά η μείωση του ΕΝΦΙΑ σε ποσοστό 30% αποτελεί μία από τις επιδιώξεις της κυβέρνησης στη διαπραγμάτευση με τους θεσμούς, η οποία πολύ πιθανόν να πέσει στο κενό. Μεταξύ των καλών μέτρων που πρότεινε η κυβέρνηση, εφόσον επιτευχθούν οι στόχοι του πρωτογενούς πλεονάσματος, ήταν η μείωση του ΕΝΦΙΑ από το 2019.

Η μεγάλη εισπραξιμότητα του φόρου ακινήτων, ίσως η μεγαλύτερη από τους φόρους που εισπράττει το ελληνικό Δημόσιο, φαίνεται να προβληματίζει τους πιστωτές της χώρας, οι οποίοι σύμφωνα με πληροφορίες είναι πολύ κοντά στο να αρνηθούν την πρόταση αυτή. Με βάση τα ανωτέρω, ο ΕΝΦΙΑ παραμένει για τα επόμενα χρόνια και μάλιστα θα συνεχίσει να επιβάλλεται, τουλάχιστον για το 2017-2018, με τις πλασματικές αντικειμενικές αξίες και ενδεχομένως βαρύτερος, εφόσον προστεθούν και τα αγροτεμάχια στον συμπληρωματικό φόρο.

Παρά το γεγονός ότι η χώρα μας έχει δεσμευθεί για την αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, καθώς η επιτροπή που συστάθηκε το 2016 δεν έχει καταφέρει όχι απλώς να ολοκληρώσει το έργο της, αλλά να καταλήξει σε μία μεθοδολογία για τη δημιουργία της βάσης δεδομένων με τις αξίες των ακινήτων. Και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι πράξεις που γίνονται τα τελευταία χρόνια είναι πολύ λίγες, με αποτέλεσμα να καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση η εξεύρεση στοιχείων για τον προσδιορισμό των εμπορικών τιμών. Μάλιστα, ακόμα και στον ίδιο δρόμο ή στην ίδια πολυκατοικία οι τιμές πώλησης ενός ακινήτου διαφέρουν σημαντικά.

Οπως αναφέρουν στελέχη της αγοράς, οι ανάγκες του κάθε πωλητή διαφέρουν σημαντικά, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται μεγάλες διαφορές στις τιμές πώλησης των ακινήτων. Εξαιτίας των ανυπέρβλητων θεμάτων που αντιμετωπίζει η επιτροπή, η ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών ζήτησε τη συνδρομή ενός ειδικού από το εξωτερικό ο οποίος ειδικεύεται τόσο στη φορολογία των ακινήτων όσο και στη δημιουργία δεδομένων για τον προσδιορισμό των τιμών. Ωστόσο, το έργο του ειδικού δεν πρόκειται να έχει ολοκληρωθεί πριν από το τέλος του τρέχοντος έτους.

Σημειώνεται ότι έχουν περάσει τέσσερις μήνες από την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο αποφάσισε την προσαρμογή των αντικειμενικών αξιών στις περιοχές (Ψυχικό, Φιλοθέη, Νέος Βουτζάς και Δελφοί) με αναδρομική ισχύ μάλιστα από τον Ιούνιο του 2016, η οποία ακόμη δεν έχει εφαρμοστεί.

Αφορολόγητο όριο

Να γίνει εύπεπτη η μείωση του αφορολόγητου ορίου στα επίπεδα των 5.900 ευρώ προσπαθεί η κυβέρνηση, επιχειρώντας να πείσει τους δανειστές για ταυτόχρονη μείωση και του πρώτου φορολογικού συντελεστή στο 20% από 22% που είναι σήμερα. Εφόσον δεχθούν την πρόταση της κυβέρνησης, θα περιοριστούν οι επιβαρύνσεις για τα χαμηλά εισοδήματα, κυρίως γι’ αυτούς που δεν κατέβαλλαν μέχρι σήμερα φόρο στο ελληνικό Δημόσιο. Στην περίπτωση που μειωθούν το αφορολόγητο όριο και ο κατώτατος συντελεστής, μισθωτός χωρίς παιδιά:

  1. Με ετήσιο εισόδημα 8.000 ευρώ:
  • Σήμερα δεν πληρώνει φόρο στο ελληνικό Δημόσιο καθώς το αφορολόγητο όριο ανέρχεται στις 8.636 ευρώ.
  • Εάν το αφορολόγητο μειωθεί στις 5.900 ευρώ με συντελεστή 22%, θα πληρώσει φόρο 462 ευρώ.
  • Εάν το αφορολόγητο μειωθεί στις 5.900 ευρώ και ο συντελεστής μειωθεί στο 20%, τότε ο φόρος που θα προκύψει περιορίζεται στα 302 ευρώ.
  1. Με ετήσιο εισόδημα 15.000 ευρώ:
  • Σήμερα πληρώνει στην εφορία 1.400 ευρώ.
  • Με μείωση του αφορολόγητου στις 5.900 και με διατήρηση του πρώτου συντελεστή στο 22%, ο φόρος εκτινάσσεται στις 2.002 ευρώ.
  • Με μείωση του αφορολόγητου στις 5.900 και μείωση του πρώτου φορολογικού συντελεστή στο 20%, ο φόρος διαμορφώνεται σε 1.702 ευρώ.
  1. Με ετήσιο εισόδημα 20.000 ευρώ:
  • Σήμερα πληρώνει στην εφορία 2.500 ευρώ.
  • Με μείωση του αφορολόγητου στις 5.900 και με διατήρηση του πρώτου συντελεστή στο 22%, ο φόρος εκτινάσσεται σε 3.102 ευρώ.
  • Με μείωση του αφορολόγητου στις 5.900 και μείωση του πρώτου φορολογικού συντελεστή στο 20%, ο φόρος διαμορφώνεται σε 2.702 ευρώ.