Nήσος: Αύξηση πωλήσεων άνω του 20%!

Σχεδιασμούς για διεύρυνση της παραγωγικής δυναμικής της μπίρας Νήσος εξετάζει η Μικροζυθοποιία Κυκλάδων στην Τήνο, προκειμένου να καλύψει την αυξανόμενη εγχώρια ζήτηση, αλλά και να “αρμενίσει” και σε νέες αγορές. Σύμφωνα με τον δημιουργό της μικροζυθοποιίας Αλέξανδρο Κουρή, φέτος οι πωλήσεις καταγράφουν αύξηση πέραν του 20%, με τα έσοδα να ξεπερνούν το 1 εκατ. ευρώ και να κλείνουν σε περίπου 1,2 εκατ. ευρώ.

H εταιρεία διατηρεί, μέχρι στιγμής, παρουσία μονάχα στην Αττική και στις Κυκλάδες, ενώ καλύπτει σχεδόν όλη τη δυναμική του ζυθοποιείου που κυμαίνεται σε 5.500 εκατόλιτρα και για τον λόγο αυτό στους σχεδιασμούς της μικροζυθοποιίας Κυκλάδων είναι να αυξήσει το παραγωγικό δυναμικό της. Μια τέτοια εξέλιξη αφενός θα δώσει τη δυνατότητα για την περαιτέρω εξάπλωση της παρουσίας της μπίρας Νήσου στην ελληνική επικράτεια, ενώ παράλληλα θα ανοίξει τον δρόμο και για την ενίσχυση των εξαγωγών, οι οποίες σήμερα περιορίζονται σε Αγγλία, Κύπρο και Αυστραλία, συμμετέχοντας με 5% στις συνολικές πωλήσεις.

Όπως σημειώνει ο κ. Κουρής «στην παρούσα φάση κρατάμε περιορισμένη την εξαγωγική δραστηριότητα, καθώς δεν μπορούμε να καλύψουμε παραγωγικά πολλές και μεγάλες αγορές. Ωστόσο, υπάρχουν σκέψεις και για ανάπτυξη της εξωστρέφειας, στον βαθμό πάντα που θα αυξήσουμε την παραγωγή στο ζυθοποιείο μας».

Όμως, όπως επισημαίνει ο ίδιος, όλοι οι σχεδιασμοί ανάπτυξης κινούνται με ιδιαίτερη προσοχή και συντηρητική προσέγγιση, καθώς το «στοίχημα» της μικροζυθοποιίας στην Ελλάδα δεν είναι εύκολο.

«Το γεγονός ότι 9 στις 10 μπίρες που καταναλώνονται σήμερα στην Ελλάδα είναι εισαγόμενες ή φτιάχνονται από 100% θυγατρικές πολυεθνικών εταιρειών, καθιστά πολύ δύσκολο για τους “μικρούς” της αγοράς να διευρύνουν το μερίδιό τους, το οποίο εκτιμώ ότι δεν ξεπερνά το 1% συνολικά» αναφέρει ο κ. Κουρής, ενώ ερωτηθείς γενικότερα για την πορεία της εγχώριας οικονομίας ο ίδιος σημειώνει ότι «γενεσιουργός αιτία της κρίσης στη χώρα μας είναι το τεράστιο έλλειμμα επώνυμων, ελληνικής ιδιοκτησίας ποιοτικών προϊόντων, που μπορούν να δημιουργήσουν υψηλή προστιθέμενη αξία στην οικονομία προς όφελος όλων μας. Σε κάθε περίπτωση θεωρώ ότι τα πράγματα πάνε καλύτερα φέτος συγκριτικά με πέρυσι, όχι όμως σε τέτοιο βαθμό ώστε να επέλθει σύντομα η “κανονικότητα” στην αγορά. Για να επιτύχουμε αυτήν την κανονικότητα, εκτιμώ, θα χρειαστούν πολλά χρόνια ακόμα».