Νεκρή, γιατί;

Δεκατέσσερις μαχαιριές για λίγα ευρώ κι ένα κινητό στο Β’ Νεκροταφείο. Ο κατηγορούμενος σκιές ανακατεμένες με φως κακό, ανισόπεδα παράλογα, ασυναρτησίες του ορατού στον κόσμο του αόρατου. Πήγαινε συχνά σε νεκροταφεία, απ’ όπου έκλεβε καντήλια και θυμιατά. Δεν φυσάει αύρα καμιά. Σπασμένα υλικά, ναρκωτικά. Δύο συλλήψεις, φυλακή και πάλι απ’ την αρχή.

Έχω ναυτία στην αφηρημένη σκέψη μου. Φρίκη, οργή για τον χαμό της Δώρας, αγανάκτηση για τον νόμο που αποφυλακίζει το δήμιο σου, κάνοντας της φυλακής τον τροχονόμο, ασύνδετες εντυπώσεις. Αν άλλαζαν τα ημερολόγια και τα δρομολόγια, αν η τσάντα της άτυχης δεν ήταν στο έδαφος, αν ήταν δύο-τρεις άνθρωποι σε κοντινή απόσταση, αν δεν είχε μαχαίρι, αν… αν…

Πήγαινε συχνά σε νεκροταφεία, για να πάρει. Σήψη. Πήρε μια ζωή ένας άνθρωπος που κατά τα φαινόμενα δεν ζει, αλλά φυτοζωεί. Ακολουθώ την πορεία. Πήδησε τη μάντρα, πέταξε το λεπίδι, παραπέρα τη ματωμένη μπλούζα του, έξω από έναν κάδο την τσάντα-τρόπαιο, πήρε το λεωφορείο, πούλησε το κλεμμένο κινητό και πήγε σπίτι του και κοιμήθηκε.

Κοιμήθηκε. Μου καρφώθηκε αυτή η εικόνα, ίσως γιατί στον ύπνο δεν μπορεί κανείς να κάνει κακό.
Κοιμήθηκε τον ύπνο του αδίκου, ενήργησε στον ξύπνιο του αδίκου.

Κάρφωσα τα μάτια στα πλάνα από τα δικαστήρια. Μια κινούμενη, κοιμώμενη φιγούρα – παράθυρο στην ασυνειδησία που δεν κρύβει τίποτα.

Σκυφτός, ο κόσμος αγριωπός. Κυκλώθηκε από αστυνομική δύναμη για να γλιτώσει από το λιντσάρισμα. Νιώθω περίεργες αισθήσεις, όλες τους κρύες. Ύλη νεκρή. Ναι, φτάνεις στο ακραίο σημείο να θέλεις να πάρεις τον νόμο στα χέρια σου.

Ναι, κυριαρχεί το θυμικό και το κρύο αυτής της ζωώδους «φυσικότητας» σε δαγκώνει.
Σε παγώνει και σε θυμώνει, που αφέθηκες να γυρίσεις πίσω στο πηχτό ακαθόριστο. Στα σκότη.
Άγνωστοι τόποι, αγώνας ανθρώποι…

SHARE