Νέες απαντήσεις για τον Μηχανισμό των Αντικυθήρων, τον πρώτο ηλεκτρονικό υπολογιστή στην Ιστορία.

Ένας αστρονομικός υπολογιστής 2.000 ετών που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες για την χαρτογράφηση της θέσης του Ήλιου, της Σελήνης και των πλανητών ενδέχεται να είχε και άλλη μια χρήση: την πρόβλεψη του μέλλοντος, λένε ερευνητές.

Γνωστός ως ο πρώτος υπολογιστής της ιστορίας, ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων είναι ένα περίπλοκο σύστημα αποτελούμενο από χάλκινα εργαλεία που χρονολογούνται από το 60 π.Χ, και χρησιμοποιούνταν από τους αρχαίους Έλληνες για την εύρεση των μελλοντικών ηλιακών και σεληνιακών εκλείψεων.

Ενώ οι ερευνητές προηγουμένως είχαν επικεντρωθεί στο εσωτερικό του μηχανισμού, μια παράλληλη έρευνα που κρατά μια δεκαετία επιχειρεί τώρα να αποκωδικοποιήσει επιγραφές πάνω στις εξωτερικές επιφάνειές του.

«Επιβεβαιώνεται ότι ο μηχανισμός έδειχνε τους πλανήτες καθώς και τη θέση του ήλιου και της σελήνης στον ουρανό», λέει ο Μάικ Έντμουντς, καθηγητής αστροφυσικής στο Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ της Ουαλίας, ο οποίος ήταν μέλος της ομάδας έρευνας.

ΕΝΑ  ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ

Την ερχόμενη Τρίτη, 13 Ιουνίου, στο Ίδρυμα Ευγενίδου παρουσιάζεται ένα βιβλίο που περιέχει την λεπτομερή περιγραφή ενός περίφημου Μηχανισμού ο οποίος θεωρείται ευρέως ως ένα από τα σημαντικότερα αρχαία τεχνουργήματα που έχουν ανακαλυφθεί έως σήμερα. Πρόκειται για το βιβλίο με τίτλο «Ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων». Συγγραφέας και επιμελητής του ο καλλιτεχνικός φωτογράφος Κωστής Στήκας, ενώ το βιβλίο αυτό αποτελεί μία πραγματικά αξιόλογη προσθήκη στην ελληνική αλλά και στην ξένη βιβλιογραφία πάνω στο θέμα. Μια απλή ματιά στον κατάλογο των περιεχομένων του αρκεί για να καταλάβει κάποιος τον πλούτο των γνώσεων που περιλαμβάνεται στις 200 σελίδες του. Όλη η ιστορική και επιστημονική γνώση για τον Μηχανισμό βρίσκεται συγκεντρωμένη στις 28 συνεντεύξεις του καλαίσθητου αυτού βιβλίου οργανωμένη σε πέντε ενότητες, ενώ η ιστορία που περιγράφεται στο βιβλίο αυτό ξεκίνησε γύρω στο έτος 70 π.Χ.

Την εποχή εκείνη ένα πλοίο, το οποίο μετέφερε το εμπόρευμά του από τα νησιά του Αιγαίου προς την Ρώμη, βυθίστηκε στα ανοιχτά των Αντικυθήρων συμπαρασύροντας στον υγρό τάφο του το πλήρωμα και το πολύτιμο φορτίο του. Και μαζί με τα κοσμήματα, τα πιθάρια με το κρασί και τα δεκάδες αγάλματα, στα αμπάρια του πλοίου φυλάσσονταν και κάτι άλλο. Ένας μηχανισμός τόσο «μπροστά από την εποχή του» και τόσο εκπληκτικής ακρίβειας, που θα έπρεπε να περάσουν άλλα 1.400 χρόνια προτού κατασκευαστεί άλλος παρόμοιος μηχανισμός που να πλησίαζε έστω την μηχανική του τελειότητα. Για σχεδόν δύο χιλιετίες, ο αρχαίος μηχανισμός στα βάθη του Αιγαίου, περίμενε υπομονετικά. Το ξύλινο πλαίσιό του είχε φαγωθεί και ο ίδιος ο μηχανισμός, καλυμμένος από θαλάσσια ιζήματα, κοράλλια και κοχύλια, ανασύρθηκε το 1901 από Συμιακούς σφουγγαράδες. Παρ’ όλα αυτά χρειάστηκε να περάσουν αρκετές δεκαετίες επιστημονικής μελέτης προτού ο Μηχανισμός αυτός αρχίσει να αποκαλύπτει τα μυστικά του.

Στο βιβλίο αυτό η κάθε λεπτομέρεια του Μηχανισμού περιγράφεται σύντομα αλλά περιεκτικά μέσω των απαντήσεων των ίδιων των ερευνητών που ασχολήθηκαν με την μελέτη και την διερεύνησή του. Η τεχνοτροπία μάλιστα των συνεντεύξεων με τους πλέον σημαντικούς αρχαιολόγους, αστροφυσικούς, φιλοσόφους, ιστορικούς, μελετητές, εκπαιδευτικούς, μηχανικούς ωρολογοποιίας, και επιχειρηματίες, κάνει τις πληροφορίες να ρέουν σαν να ακούμε κάποιον δικό μας φίλο. Πρόκειται για ένα βιβλίο που ξεχωρίζει αμέσως, όχι μόνο για το περιεχόμενό του αλλά και για την πανέμορφη γραμματοσειρά των επικεφαλίδων του που είναι ειδικά σχεδιασμένη με βάση τις επιγραφές του Μηχανισμού, ενώ το Φωτογραφικό Λεύκωμα που περιλαμβάνει συμπληρώνει με ιδιαίτερη επιτυχία το «Ταξίδι των Ανακαλύψεων» που περιγράφεται στο βιβλίο αυτό.

Θα πρέπει να σημειώσουμε επίσης και τις ευρείες αστρονομικές γνώσεις που είχε, οι οποίες, σε συνδυασμό με την εφευρετικότητά του, είναι πολύ πιθανό να τον οδήγησαν στην επινόηση και κατασκευή καινοτόμων μηχανισμών που έμειναν ονομαστοί στην ιστορία της μηχανικής και τεχνολογίας μεταξύ των οποίων και έναν μηχανισμό με εφαρμογή στην αστρονομία, που έδειχνε την κίνηση του Ηλίου, της Σελήνης και των πέντε πλανητών που μοιάζει με τον μηχανισμό των Αντικυθήρων. Ο Μηχανισμός αυτός αναπαρήγε αστρονομικά φαινόμενα με εξαιρετική ακρίβεια, γι’ αυτό θεωρείται ως ο αρχαιότερος γνωστός πολύπλοκος μηχανισμός και ο πρώτος γνωστός αναλογικός υπολογιστής που χρησιμοποιεί μηχανικά εξαρτήματα για να μεταφράσει αστρονομικές πληροφορίες σε μεγέθη χώρου και χρόνου και να τις αποθηκεύσει σε συσχετισμούς θέσης γραναζιών. Λέγεται μάλιστα ότι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων είναι μία εξέλιξη του μηχανισμού εκείνου. Τέτοιου είδους κατασκευές του Αρχιμήδη έχουν αναφέρει σε έργα τους, μεταξύ άλλων, οι Πάππος, Πρόκλος, Σέξτος Εμπείρικος, Μαρτιανός και ο Οβίδιος.

Ο Ρωμαίος πολιτικός και φιλόσοφος Κικέρων, μάλιστα, μετά την κατάληψη των Συρακουσών από τους Ρωμαίους, αναφέρει ότι ο στρατηγός Μαρκέλλος βρήκε τέτοιες συσκευές, τις οποίες μετέφερε στη Ρώμη και τους τοποθέτησε στον ναό της Αρετής στη Ρώμη, όπου παρέμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αργότερα διάφοροι μαθητές του Αρχιμήδη φαίνεται ότι συνέχισαν και βελτίωσαν τους μηχανισμούς αυτούς, και όπως αναφέρει ο Κικέρων, σε μια επίσκεψή του στη Ρόδο γύρω στο 78 π.Χ. είδε και περιέγραψε έναν μηχανισμό παρόμοιο με αυτόν των Αντικυθήρων. Σύμφωνα με τον Κικέρωνα κατασκευαστής φέρεται ο αστρονόμος και γεωγράφος Ποσειδώνειος Απαμέας (135-50 π.Χ.). Ο Ποσειδώνιος, είχε ζήσει στη Ρώμη ως πρέσβης της Ρόδου, και ίσως να είχε μελετήσει εκεί τους μηχανισμούς του Αρχιμήδη, που τον οδήγησε να κατασκευάσει κι αυτός κάτι παρόμοιο.

Μπορούμε, τέλος, να πούμε ότι ο Μηχανισμός αυτός αποτελεί την επιτομή μεγάλου μέρους των αστρονομικών γνώσεων των αρχαίων Ελλήνων, όπως αυτές ήταν αντιληπτές περί το έτος 100 π.Χ. Οι γνώσεις αυτές αποκτήθηκαν σταδιακά από την πρώτη κιόλας στιγμή που οι μακρινοί μας πρόγονοι στάθηκαν όρθιοι πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη, γιατί από τότε ξεκίνησε και η ερωτική σχέση του ανθρώπου με τον έναστρο ουρανό. Εκείνη η πρωταρχική ενασχόλησή τους με τα ουράνια φαινόμενα χαρακτηριζόταν όμως από το δέος και τον φόβο για το άγνωστο και το ανεξήγητο, κάτι άλλωστε που αντικατοπτρίζεται στην «θεοποίηση» πλανητών και άστρων, στις δεισιδαίμονες προκαταλήψεις τους για την υποτιθέμενη επιρροή που ασκούσαν στους ίδιους και στα μελλούμενα, καθώς και στις θρησκευτικές ιεροτελεστίες τους. Κι όμως, χαμένες μέσα σ’ αυτές τις πρώτες παρατηρήσεις των ουράνιων φαινομένων βρίσκονται οι απαρχές της Αστρονομίας. Μέσα από αυτές τις πρώτες παρατηρήσεις, συνειδητοποιήθηκε σταδιακά κάτι εξαιρετικό, κάτι που είχε τεράστια πρακτική σημασία στην ανάπτυξη του ίδιου του πολιτισμού.