Νέα, τρίτη έρευνα για τον Γιάννο Παπαντωνίου και τη βίλα στη Σύρο.

Δίωξη σε εταιρεία  οικογένειας Μπόμπολα με κατηγορίες μαύρου χρήματος από κατασκευές στα Σκόπια.

Ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος άσκησε η Εισαγγελία Διαφθοράς κατά παντός υπευθύνου κατασκευαστικής  εταιρείας, συμφερόντων της οικογένειας Μπόμπολα, για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και απάτη ύψους περίπου 50 εκατ. ευρώ, ως προς την κατασκευή αυτοκινητοδρόμου στην ΠΓΔΜ.

Έχουν προηγηθεί δύο σκληρές δικαστικές έρευνες  με βαρύτατες κατηγορίες για τα εξοπλιστικά και  επίσης  μία δικαστική καταδίκη για απόκρυψη χρημάτων στο οικογενειακό πόθεν έσχες.Τώρα μια νέα, τρίτη δοκιμασία.

Η βίλα του κ. Γιάννου Παπαντωνίου και της συζύγου του κυρίας Σταυρούλας Κουράκου, στη Σύρο, μπαίνει εκ νέου στο στόχαστρο της Εισαγγελίας Διαφθοράς. Σύμφωνα με πληροφορίες, η επικεφαλής της Εισαγγελίας κυρία Ελένη Τουλουπάκη διέταξε νέα έρευνα, αυτή τη φορά για την πώληση του ακινήτου το 2016.

Η έρευνα έρχεται λίγες ημέρες μετά τη δίωξη (για ξέπλυμα), από την ίδια εισαγγελική αρχή, σε βάρος του ζεύγους Παπαντωνίου καθώς και την απαγόρευση της εξόδου τους από τη χώρα.

Οι εισαγγελείς θα διερευνήσουν τόσο το αν η πώληση είναι εικονική ή όχι, όσο και τις συνθήκες υπό τις οποίες χορηγήθηκε φορολογική ενημερότητα στον πρώην υπουργό για τη μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου στη Σύρο, τη στιγμή που υπήρχαν φορολογικές εκκρεμότητες της οικογένειας.

Και ενώ η Εισαγγελία Διαφθοράς τελεί εν αναμονή στοιχείων – μέσω δικαστικής συνδρομής – από τις ελβετικές αρχές (σχετικά με δυο τραπεζικούς λογαριασμούς και ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο που έχουν εντοπίσει οι τελευταίες), πηγές αναφέρουν ότι ο κ. Παπαντωνίου κίνησε νομικές διαδικασίες στην Ελβετία προκειμένου να αποφευχθεί το άνοιγμα των επίμαχων λογαριασμών.

Ο ένας από τους λογαριασμούς αυτούς εντοπίστηκε πρόσφατα και στη λίστα Μπόργιανς, ενώ ερευνώνται ακόμη οι εντοπισμένοι από καιρό λογαριασμοί της συζύγου Παπαντωνίου στη λίστα Λαγκάρντ.

Οι λογαριασμοί του ζεύγους Παπαντωνίου ερευνώνται για τυχόν σύνδεσή τους με ποσά προερχόμενα με εξοπλιστικά προγράμματα τα οποία υπεγράφησαν επί των ημερών του στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Γνώστες της υπόθεσης εικάζουν πάντως ότι μπορεί να υπάρχει σύνδεση και με τον πρότερο πολιτικό βίο του.

Ποινική δίωξη κατά κατασκευαστικής συμφερόντων  οικογενείας Μπόμπολα για την κατασκευή αυτοκινητοδρόμου στην ΠΓΔΜ

Ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος άσκησε η Εισαγγελία Διαφθοράς κατά παντός υπευθύνου κατασκευαστικής  εταιρείας, συμφερόντων της οικογένειας Μπόμπολα, για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και απάτη ύψους περίπου 50 εκατ. ευρώ, ως προς την κατασκευή αυτοκινητοδρόμου στην ΠΓΔΜ.

Η απάτη, η οποία στρέφεται σε βάρος των συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποκαλύφθηκε μετά τις καταγγελίες του νέου πρωθυπουργού της ΠΓΔΜ Ζόραν Ζάεφ για ατασθαλίες στην εργολαβία του αυτοκινητοδρόμου Ντέμιρ Κάπια -Σμόκβιτσα, που είχε αναλάβει η συγκεκριμένη κατασκευαστική εταιρεία.

Ακολούθησε έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), στην οποία περιγράφονται μεταξύ άλλων υπέρογκες αμοιβές στο προσωπικό της εταιρείας, οι οποίες ξεπερνούν κατά πολύ τους μισθούς στη γειτονική χώρα.

Σύμφωνα με την έκθεση, το ύψος των αποδοχών που εμφανίζονταν να λαμβάνουν διάφορα πρόσωπα, κατά την περίοδο 2012-2013, αποτελεί ένδειξη ότι είτε τα χρήματα αυτά δεν προορίζονταν για τα συγκεκριμένα στελέχη (και διοχετεύονταν σε τρίτους), είτε είχαν ως πραγματικό σκοπό τη διόγκωση του τιμήματος του έργου.

Τα στοιχεία της OLAF δείχνουν ότι οι μισθοί που εμφανίζονταν να εισπράττουν ορισμένα στελέχη της κατασκευαστικής εταιρείας έφταναν στο – «εξωπραγματικό» για τα οικονομικά δεδομένα των Σκοπίων – ποσό των 110.000 ευρώ, μηνιαίως.

Η υπόθεση κατασκευής του αυτοκινητοδρόμου, ύψους 270 εκατ. ευρώ, είχε πυροδοτήσει οξεία πολιτική αντιπαράθεση στην πΓΔΜ, καθώς η ελληνική εταιρεία φέρεται – σύμφωνα με καταγγελίες – να κέρδισε το έργο αν και η προσφορά της ήταν σημαντικά υψηλότερη (κατά 40 εκατ. ευρώ) από αυτές των ανταγωνιστών της.

Στις ίδιες καταγγελίες γινόταν λόγος και για έλληνες πολίτες που έφταναν στα Σκόπια, οργανωμένα, με λεωφορεία, και οι οποίοι δεν ασχολούνταν με την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου, πλην όμως  εισέπρατταν από την εταιρεία, μέσω  του υποκαταστήματος της Stopanska Banka, μεγάλα χρηματικά ποσά σε μετρητά (από 20.000 έως και 90.000 ευρώ), βάσει συμβάσεων έργου.

Όπως ανέφεραν δε οι καταγγελίες στην πΓΔΜ, σε λιγότερο από έναν χρόνο εισήλθαν στη γειτονική χώρα για τον σκοπό αυτό 96 Έλληνες πολίτες, ενώ εννέα από αυτοί εμφανίζονται ως συγγενείς, με ίδιο επώνυμο και διαφορετικό όνομα.

Η κατασκευαστική εταιρεία έχει πάντως χαρακτηρίσει «αβάσιμα και αδικαιολόγητα» τα σχετικά δημοσιεύματα του σκοπιανού και διεθνούς Τύπου, υποστηρίζοντας  ότι «από την έναρξη του παραπάνω έργου όλες οι δραστηριότητες και όλες οι σχετικές οικονομικές συναλλαγές εκτελούνται σύμφωνα με τους διεθνείς και τοπικούς νόμους και κανονισμούς.

«Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε συναλλαγή καλύπτεται από συμβάσεις και τιμολόγια, οι φόροι υπολογίζονται και πληρώνονται και τελικώς όλες οι πληρωμές γίνονται μέσω τραπεζικού συστήματος, όπως απαιτείται από τον νόμο».