Νέα δικαίωση δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο

Δύο ακόμη αποφάσεις δικαστηρίων δίνουν ελπίδες σε χιλιάδες δανειολήπτες που είχαν πάρει στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο και μετά το 2008 είδαν τις μηνιαίες δόσεις τους να εκτοξεύονται λόγω της αλλαγής στην ισοτιμία ευρώ – ελβετικού φράγκου.

Σύμφωνα με τις αποφάσεις, οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες να υπολογίζουν τις δόσεις των στεγαστικών δανείων που χορήγησαν σε ελβετικό φράγκο στους πελάτες τους με βάση την ισοτιμία μεταξύ των δύο νομισμάτων (ελβετικού φράγκου και ευρώ) όπως αυτή ίσχυε κατά την ημέρα που υπέγραψαν τη δανειακή σύμβαση με τους δανειολήπτες και όχι με βάση αυτήν που διαμορφώθηκε μετέπειτα.

Όπως σημειώνουν οι δικαστές, οι δύο αποφάσεις ανάβουν το πράσινο φως σε μια μεγάλη κατηγορία των δανειοληπτών να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη και να αξιώσουν την καταβολή των δόσεών τους με την ισοτιμία που υπήρχε όταν πήραν το δάνειο και όχι με αυτήν που διαμορφώθηκε όταν η ισοτιμία άρχισε να αλλάζει σε βάρος του ευρωπαϊκού νομίσματος.

Η πρώτη απόφαση, που εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφορά την περίπτωση δύο δανειοληπτών που δικαιώθηκαν, καθώς το δικαστήριο, με το παραπάνω σκεπτικό έκανε δεκτή αίτηση ανακοπής που κατέθεσαν κατά διαταγής πληρωμής που είχε εκδοθεί σε βάρος τους.

Η δεύτερη απόφαση, που εκδόθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αφορά και πάλι ζευγάρι δανειοληπτών οι οποίοι κατά τα έτη 2006 και 2007 πήραν τρία ξεχωριστά δάνεια συνολικού ύψους 180.287,87 ευρώ.

Ωστόσο, το καλοκαίρι του 2014 η οφειλή τους προς την τράπεζα εκτοξεύθηκε, καθώς χρωστούσαν 185.725,42 ευρώ, δηλαδή 5.437,55 ευρώ περισσότερα από εκείνα που είχαν δανειστεί.

Οι δανειολήπτες βλέποντας την αύξηση του ποσού του δανείου τους προσέτρεξαν στους υπαλλήλους της τράπεζας, αλλά εκείνοι τους διαβεβαίωναν ότι η αύξηση των δόσεών τους με την αλλαγή της ισοτιμίας ήταν κάτι το παροδικό.

Στις αποφάσεις που εκδόθηκαν για τις δύο αυτές περιπτώσεις, οι δικαστές επισημαίνουν καταρχάς ότι οι τράπεζες δεν μπορούν να εφαρμόζουν «συναλλαγματική ισοτιμία διαφορετική από εκείνη που ίσχυε κατά την αποδέσμευση των δανείων».

Παράλληλα, κατακεραυνώνουν τα τραπεζικά στελέχη για την παραπλανητική τακτική που ακολουθούσαν προσπαθώντας να πείσουν τους πελάτες τους ότι η ισοτιμία μεταξύ των δύο νομισμάτων θα παραμείνει σταθερή και παραλείποντας τεχνηέντως να τους ενημερώσουν για τους κινδύνους που συνεπάγεται η σύναψη στεγαστικού δανείου σε ελβετικό φράγκο, δηλαδή για το ενδεχόμενο μιας σοβαρής υποτίμησης του ευρώ και, κατά συνέπεια, αύξησης του επιτοκίου του ελβετικού φράγκου.

Μάλιστα, οι δικαστές δεν παραλείπουν να σταθούν και στις πανάκριβες διαφημιστικές καμπάνιες που πλήρωναν οι τράπεζες πριν από μία περίπου δεκαετία ώστε να πείσουν όσο γίνεται περισσότερους καταναλωτές να επιλέξουν στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο για το χαμηλό ανταγωνιστικό επιτόκιο που εξασφάλιζαν, αυτό του libor.

Με το σκεπτικό αυτό οι δικαστές κρίνουν «άκυρο και καταχρηστικό» τον όρο που εμπεριέχεται στις δανειακές συμβάσεις σε ελβετικό φράγκο, στον οποίο -όπως αναφέρουν- δεν διατυπώνεται ξεκάθαρα και με σαφήνεια από την τράπεζα ο κίνδυνος που θα μπορούσε να επέλθει για τον καταναλωτή από τη σύναψη ενός τέτοιου δανείου.

Σύμφωνα με το δικαστήριο, με τον συγκεκριμένο όρο, που υπάρχει στο σύνολο σχεδόν των συγκεκριμένων δανειακών συμβάσεων, «δεν παρουσιάζονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων στη σύμβαση, αφού δεν διατυπώνεται ευκρινώς ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η μέθοδος και οι ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα, καθώς επίσης και η σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού και των τυχόν άλλων που προβλέπουν έτερες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση και την αποπληρωμή του δανείου, ούτως ώστε ο καταναλωτής να γνωρίζει εκ των προτέρων τις συμβατικές δεσμεύσεις που ανέλαβε».

Οι αποφάσεις αυτές είναι σημαντικές καθώς χιλιάδες δανειολήπτες περιμένουν την δικαστική έκβαση για τις συλλογικές αγωγές που έχουν καταθέσεις εις βάρος των τραπεζών ή κάποια παρέμβαση της κυβέρνησης για το φλέγον αυτό θέμα.