Μητσοτάκης: Ο Επτάλογος της οπισθοδρόμησης στα Πανεπιστήμια, πού επέλεξαν υπουργός Γαβρόγλου και ΣΥΡΙΖΑ.

Ο αντίλογος του  υπουργού Παιδείας.   Πρόεδρος τη ΝΔ: «Ένα μεγάλο βήμα προς τα πίσω σε μια περίοδο που η χώρα έχει ανάγκη να προχωρήσει μπροστά, όσο γίνεται πιο γρήγορα»

«Το κυβερνητικό σχέδιο νόμου για τα Πανεπιστήμια αποτελεί, δυστυχώς, ένα ακόμη μεγάλο βήμα προς τα πίσω. Ένα μεγάλο βήμα προς τα πίσω σε μια περίοδο που η χώρα έχει ανάγκη να προχωρήσει μπροστά, όσο γίνεται πιο γρήγορα» τονίζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης για το ν/σ του υπουργείου Παιδείας.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΝΔ, το κυβερνητικό νομοσχέδιο δεν λύνει κανένα πρόβλημα. Το μόνο που κάνει είναι να επαναφέρει τις χειρότερες παθογένειες του παρελθόντος. Στο πλαίσιο αυτό, εξηγεί τους επτά λόγους που οδηγούν τα ΑΕΙ στο παρελθόν:

– Πλήττει ευθέως το αυτοδιοίκητο των Ιδρυμάτων.

– Ενισχύει τον συγκεντρωτισμό και τη γραφειοκρατία.

– Καταργεί θεσμούς που συνέβαλαν στη λογοδοσία και τη διαφάνεια.

– Υποβαθμίζει τα μεταπτυχιακά προγράμματα.

– Αφαιρεί το κίνητρο διδασκαλίας.

– Δυστυχώς, ενισχύει τον κομματισμό στα Πανεπιστήμια, με τη συμμετοχή των φοιτητών στα όργανα διοίκησης, και τις αλλαγές στον τρόπο εκλογής πρυτανικών Αρχών.

– Ξαναφέρνει μια παρωχημένη και επικίνδυνη αντίληψη για το ακαδημαϊκό άσυλο, που εξυπηρετεί όσους θέλουν να μετατρέπουν τα Πανεπιστήμια σε χώρους ανομίας.

Η Παιδεία, προσθέτει ο κ. Μητσοτάκης, «αποτελεί εθνικό κεφάλαιο. Είναι χώρος που προσφέρεται για σύνθεση και συναινέσεις. Αντ’ αυτού, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ επιδιώκει τη διαίρεση, το διχασμό και τελικά την οπισθοδρόμηση». 

«Είναι κάτι που οφείλεται σε ιδεοληψία, αλλά και σε μια κοντόφθαλμη πολιτική στρατηγική. Μια στρατηγική χωρίς ορίζοντα. Δεν βλέπει ούτε τί γίνεται γύρω μας – πώς προχωρούν τα Πανεπιστήμια στις ευρωπαϊκές χώρες – ούτε τι έχουμε μπροστά μας, δηλαδή ποιες είναι οι απαιτήσεις του μέλλοντος, ώστε η χώρα να είναι ανταγωνιστική» επισημαίνει.

Σε αυτό το πλαίσιο, ξεκαθαρίζει ότι η ΝΔ είναι αποφασισμένη να αγωνιστεί εναντίον αυτού του νομοσχεδίου, από κοινού με την ακαδημαϊκή κοινότητα.

«Θα ενημερώσουμε τους πολίτες για το λάθος δρόμο, στον οποίο πάει να βάλει η Κυβέρνηση τα ελληνικά Πανεπιστήμια. Παράλληλα, θα παρουσιάσουμε τις δικές μας προτάσεις. Ξέρουμε και τί πρέπει να γίνει και πώς θα το κάνουμε πραγματικότητα. Τα Πανεπιστήμια αποτελούν εφαλτήριο για τους νέους. Δεν θα επιτρέψουμε στον ΣΥΡΙΖΑ να τα παγιδεύσει σε αδιέξοδο. Η Ελλάδα δεν πρέπει να χάσει άλλο χρόνο» καταλήγει στη δήλωσή του ο πρόεδρος της ΝΔ.

ΑNΤΙΛΟΓΟΣ   ΚΑΙ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ  ΤΟΥ  ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

«Λυπάμαι που ο κ. Μητσοτάκης επέλεξε να δώσει έναν λάθος αγώνα σε ένα λάθος γήπεδο. Πρέπει επιτέλους να καταλάβει ότι η Παιδεία δεν είναι εμπόρευμα αλλά κοινωνικό αγαθό» δήλωσε ο υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, Κώστας Γαβρόγλου, με αφορμή τη δήλωση του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκου Μητσοτάκη για το Σχέδιο Νόμου για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

Ο κ. Γαβρόγλου εκτίμησε ότι οι δηλώσεις του προέδρου του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης «αποκαλύπτουν την ευθεία ιδεολογική ταύτισή του με τους Θεσμούς».

«Ακριβώς τα ίδια ακούγαμε και αντιμετωπίσαμε στη διαπραγμάτευσή μας με τους Θεσμούς. Τουλάχιστον αυτούς τους πείσαμε», σχολιάζει ο κ. Γαβρόγλου.

«Είναι δυνατόν να υπερασπίζεται έναν νόμο που ήταν προϊόν κομματικών μαγειρεμάτων και στην πράξη όχι μόνο απέτυχε, αλλά όλοι θυμόμαστε ότι ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στην πανεπιστημιακή κοινότητα; Δεν με εκπλήσσει η αντίδραση του κ. Μητσοτάκη, αφού δημοσίως έχει αποκαλέσει “πελάτες” μαθητές και φοιτητές, αποκαλύπτοντας το στυγνό νεοφιλελεύθερο πρότυπο για την εκπαίδευση. Εμείς υπερασπιζόμαστε τη γνώση ως κοινωνικό αγαθό. Δεν χωρίζουμε τους νέους σε “πελάτες” και μη», αναφέρει εν συνεχεία ο υπουργός.

«Επαναφέρουμε τη Δημοκρατία στα Πανεπιστήμια που ο νόμος Διαμαντοπούλου τσαλάκωσε και γι’ αυτό κυρίως απέτυχε. Το Σχέδιο Νόμου για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, που βρίσκεται σε διαβούλευση, όχι μόνο δεν αποτελεί οπισθοδρόμηση, αλλά θεσπίζει κανόνες λειτουργίας, διαφάνειας και κυρίως ποιότητας, η έλλειψη των οποίων τα τελευταία χρόνια στραγγάλισε την ακαδημαϊκή κοινότητα» επισημαίνει ο κ. Γαβρόγλου.