H Ευρώπη   ετοιμάζει  το μεγάλο μέλλον των ηλεκτρικών  αυτοκινητων και σχετικά σύντομα.

Αρκεί να λυθούν  τα προβλήματα  του μεγάλου κόστους  των μπαταριών λιθίου,  των σταθμών εφοδιασμού και της  τελικής  τιμής. Τα  μικρά οχήματα  κοστίζουν ήδη πάνω από 20.000  ευρώ.

Το μέλλον  δεν περιμένει και είναι βεβαιότητα. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα θα είναι φθηνότερα από τα συμβατικά αυτοκίνητα μέχρι το 2022, σύμφωνα με έκθεση δημοσίευσε πρόσφατα το Bloomberg New Energy Finance (BNEF).

Μοχλός αυτής της εξέλιξης που θα αλλάξει άρδην την εικόνα του κλάδου του αυτοκινήτου θα είναι η κατακόρυφη πτώση του κόστους των μπαταριών.

Ολο και περισσότεροι Ευρωπαίοι αρχίζουν να στρέφονται προς τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και έτσι οι πωλήσεις τους το πρώτο τρίμηνο του 2017 έκαναν άλμα 37,6% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2016. Η τάση που διαμορφώνεται μπορεί να αλλάξει ριζικά την αγορά οχημάτων στη Γηραιά Ηπειρο, καθώς αυξάνονται οι εταιρείες που μπαίνουν στο παιχνίδι των ηλεκτροκίνητων αλλά και εξετάζουν μεγάλα ντιλ ανάμεσά τους προκειμένου να μοιραστούν το κόστος εξέλιξης και να γίνουν πιο ανταγωνιστικές στην αγορά.

Οι νέες ταξινομήσεις ηλεκτροκίνητων οχημάτων αυξήθηκαν το πρώτο τρίμηνο στην Ευρώπη σε 32.600 από 23.700, σύμφωνα με στοιχεία της ένωσης ευρωπαίων κατασκευαστών αυτοκινήτων, της ACEA.

Σημαντική αύξηση παρουσίασαν και οι πωλήσεις άλλων τύπων οχημάτων που κινούνται με εναλλακτικά καύσιμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ACEA, οι πωλήσεις αυτών των οχημάτων που περιλαμβάνουν και τα υβριδικά και όσα κινούνται με φυσικό ή υγροποιημένο αέριο, αυξήθηκαν το ίδιο διάστημα κατά 36,4%. Ετσι οι συνολικές πωλήσεις στην Ευρώπη να ξεπερνούν τα 235.000 οχήματα. Η μεγαλύτερη ζήτηση για αυτά τα οχήματα εκδηλώθηκε αναλογικά από χώρες όπως είναι η Γερμανία και η Ισπανία.

Υπό το πρίσμα των στοιχείων αυτών, δεν είναι τυχαίο ότι κατασκευαστές παραδοσιακών αυτοκινήτων, από τη Renault μέχρι τη Volkswagen, την BMW και την Daimler – που παράγει μεταξύ άλλων τα οχήματα Mercedes – κάνουν κούρσα για να αναπτύξουν νέες τεχνολογίες ηλεκτροκίνητων και γενικώς οχημάτων που κινούνται με εναλλακτικές μορφές ενέργειας.

Στόχος τους είναι να πληρούν τις αυστηρότερες προδιαγραφές ρύπων, αλλά και να βελτιώσουν την εικόνα τους μετά τις πρόσφατες αποκαλύψεις ότι τα πετρελαιοκίνητα οχήματα ρυπαίνουν περισσότερο από όσο αρχικά θεωρείτο.

Η πρόκληση για τις αυτοκινητοβιομηχανίες είναι διπλή. Από τη μια, πρέπει να κατασκευάσουν οχήματα με μεγαλύτερη αυτονομία, που είναι σήμερα η αχίλλειος πτέρνα των ηλεκτρικών αυτοκινήτων καθώς χρειάζονται πολύωρη φόρτιση ύστερα από λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα. Από την άλλη, καλούνται να βρουν τρόπους να μειώσουν τις τιμές καθώς τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και γενικώς τα οχήματα που κινούνται με εναλλακτικές μορφές ενέργειας είναι αρκετά έως πολύ πιο ακριβά από τα συμβατικά.

ΟΙ  ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ   ΤΑ  ΕΠΟΜΕΝΑ  ΧΡΟΝΙΑ

Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα θα είναι φθηνότερα από τα συμβατικά αυτοκίνητα μέχρι το 2022, σύμφωνα με έκθεση δημοσίευσε πρόσφατα το Bloomberg New Energy Finance (BNEF).

Μοχλός αυτής της εξέλιξης που θα αλλάξει άρδην την εικόνα του κλάδου του αυτοκινήτου θα είναι η κατακόρυφη πτώση του κόστους των μπαταριών.

Η διείσδυση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων σε μεγάλη κλίμακα θεωρείται κρίσιμος παράγοντας για τη μείωση των ρύπων του θερμοκηπίου και την αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στα μεγάλα αστικά κέντρα, μιας από τις βασικές αιτίες πρόωρων θανάτων σε όλο τον κόσμο.

Όμως, παρά τις επιδοτήσεις σε πολλές χώρες, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα είναι ακριβότερα από τα συμβατικά και έχουν περιορισμένη αυτονομία που τα καθιστά αποκλειστικά «αυτοκίνητα πόλης». Αυτή τη στιγμή μόλις το 1% των πωλήσεων αυτοκινήτων παγκοσμίως αντιστοιχεί σε ηλεκτροκίνητα.

Η ανάλυση του BNEF που δημοσιοποιήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου 2016 δείχνει ότι το συνολικό κόστος κατοχής -κόστος αγοράς και λειτουργικά κόστη των αποκλειστικά ηλεκτροκίνητων οχημάτων θα είναι χαμηλότερο από αυτό των συμβατικών οχημάτων με μηχανές εσωτερικής καύσης ως το 2022, ακόμα κι αν τα συμβατικά αυτοκίνητα μειώσουν την κατανάλωση καυσίμων κατά 3,5% ετησίως.

Η ανάλυση βασίζεται στις εκτιμήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης για τιμές του αργού πετρελαίου μεταξύ 50 και 70 δολαρίων ανά βαρέλι κατά την επόμενη δεκαετία.  Δηλαδή χωρίς  τις παλαιές μεγάλες αυξήσεις  με  120 και πλέον δολάρια το βαρέλι.