Επώδυνες ανατροπές στο Δημόσιο σε αντάλλαγμα για μικρότερο πλεόνασμα

Μεγάλες ανατροπές αναμένονται στο προσεχές διάστημα στο Δημόσιο ώστε να επιτευχθεί ο στόχος για πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 2,5%. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι οι δανειστές θα σκέφτονταν τη μείωση του στόχου από 3,5% σε 2,5% για το πλεόνασμα, αρκεί να υπήρχαν ριζικές τομές στο δημόσιο τομέα.

Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις τόσο του Τζ. Λιου όσο και του Π. Μοσκοβισί για μείωση του στόχου, φαίνεται να υπάρχει σε εξέλιξη μια παρασκηνιακή διαπραγμάτευση η οποία όμως θα έχει μια βασική παράμετρο. Να αποδεχθεί η ελληνική κυβέρνηση να πάει σε αλλαγές στο Δημόσιο που μπορεί να είναι και επώδυνες.

Σύμφωνα με την “Καθημερινή της Κυριακής”, αν το ελληνικό αίτημα γίνει αποδεκτό, η κυβέρνηση θα μπορούσε να προχωρήσει σε δύσκολες αποφάσεις που αφορούν στη μείωση του αριθμού των ειδικών μισθολογίων, στην εναρμόνιση των επιδομάτων, στις αλλαγές στα μισθολογικά κλιμάκια και στη σταθεροποίηση του μισθολογικού κόστους στο Δημόσιο, που μπορεί να συνεπάγεται “λουκέτο” σε φορείς ή κατάργηση θέσεων, δηλαδή, εμμέσως, απολύσεις.

Ενα τέτοιο ενδεχόμενο θα έβαζε απέναντι στην κυβέρνηση το δημόσιο τομέα, ειδικά τώρα που ανοίγουν και τα κρίσιμα ζητήματα των εργασιακών. Χθες ο Γ. Κατρούγκαλος άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο για ομαδικές απολύσεις ενώ ασκούνται πιέσεις για επιδόματα που θα οδηγούσαν σε μειώσεις μισθών.

Σημειώνεται ότι το υπουργείο Οικονομικών ετοιμάζει έκθεση, με την οποία θα στοιχειοθετείται το αίτημα για μείωση των στόχων του πρωτογενούς πλεονάσματος. Όπως αναφέρεται, ακόμα και αν οι στόχοι μειωθούν στα επίπεδα του 2%-3% του ΑΕΠ για διάστημα ως και 6 χρόνια, δεν προκύπτει ανάγκη η Ευρωζώνη να λάβει νέα μέτρα στήριξης της ελληνικής οικονομίας.

Πάντως, σύμφωνα με την “Καθημερινή”, η στάση του Βερολίνου θεωρείται εμπόδιο ώστε η συμφωνία για το χρέος και τα πλεονάσματα να μορφοποιηθεί, έστω στο γενικό της περίγραμμα τους επόμενους μήνες. Και τούτο καθώς η γερμανική πολιτική ηγεσία επιθυμεί, ως γνωστόν, για λόγους εσωτερικής πολιτικής, οι όποιες συζητήσεις να δρομολογηθούν μετά τις γερμανικές εκλογές του 2017.