Εφτά ερωτήματα για το Κυπριακό

Του Αντώνη Πετρίδη

Σήμερα, ανήμερα της επετείου εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας (1960), ο νους όλων μας μοιραία πάει στο Κυπριακό. Αντί με κάποιον άλλο τρόπο, αποφάσισα φέτος να τιμήσω τη μητέρα γη, η οποία ἅπαντα πανδοκοῦσα παιδείας ὄτλον, ἐθρέψατ’ (Αισχύλος, Επτά επί Θήβας, 18-19), παραθέτοντας τις απαντήσεις μου σε εφτά ερωτήματα για το Κυπριακό, τα οποία δέχομαι συχνά από φίλους.

 

Δεν ισχυρίζομαι ότι έχει ιδιαίτερη αξία η άποψή μου, ότι γράφω πρωτάκουστες σοφίες ή ότι κομίζω κατανάγκην κάτι πρωτότυπο στη συζήτηση. Ο κάτωθι διάλογος είναι απλώς συζήτηση μεταξύ καθημερινών ανθρώπων με κοινό νου. Επειδή αργά ή γρήγορα ίσως να κληθούμε ξανά, όπως πριν έντεκα χρόνια, να πάρουμε υπεύθυνη θέση για το μέλλον αυτού του τόπου, ενδεχομένως ο ταπεινός μου προβληματισμός να φανεί χρήσιμος σε ορισμένους συμπολίτες μας.

  1. Πώς εξηγείται το γεγονός ότι, ενώ στο παρελθόν εξέφραζες σκληρές θέσεις σχετικά με το Κυπριακό, ενώ ήσουν διαπρύσιος υπέρμαχος του Όχι στο Σχέδιο Ανάν, τώρα έχεις στραφεί με την ίδια αποφασιστικότητα υπέρ του Ναι;

Υπάρχει ένα θεμελιώδες σφάλμα στην ερώτηση αυτή, το οποίο εντοπίζεται στον υπαινιγμό ότι η έννοια του πατριωτισμού είναι στατική και ότι η αναπροσαρμογή των πολιτικών θέσεων συνιστά προβληματική ή/και ιδιοτελή συμπεριφορά. Αντιθέτως, πατριωτικό είναι ό,τι κατά την υποκειμενική έστω κρίση του ατόμου ωφελεί την πατρίδα τη δεδομένη στιγμή υπό τις συγκεκριμένες ιστορικές και πολιτικές συνθήκες, οι οποίες ως φυσικόν μεταβάλλονται συνεχώς. Προϋπόθεση του πατριωτισμού είναι η ορθολογική ανάλυση των συνθηκών και η προσαρμογή των τοποθετήσεων στις εκάστοτε ανάγκες της πατρίδας.

Στην περίπτωση του Κυπριακού, είναι, νομίζω, κοινή πεποίθηση ότι απόλυτο κριτήριο του πατριωτισμού είναι η επιδίωξη της λύσης, που θα φέρει την επανένωση του νησιού και την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει Κύπριος που εκλαμβάνει το στάτους κβο, πόσο μάλλον τη διχοτόμηση, ως αποδεκτές μορφές διευθέτησης του προβλήματος.

Συνεπώς, είναι ζωτικής σημασίας είναι να διερωτάται κανείς συνεχώς, με ειλικρίνεια και αυτοκριτική διάθεση: άραγε η συγκεκριμένη πολιτική θέση που ασπάζομαι, π.χ. η εγκατάλειψη των συνομιλιών ή/και η μονοερής καταγγελία της συμπεφωνημένης βάσης στην οποία αυτές εδράζονται (της ΔΔΟ), προωθεί ρεαλιστικά τον στόχο της Λύσης το συντομότερο δυνατόν; Αν ειλικρινά πιστεύω ότι τον προωθεί, τότε, έστω και αν άλλοι διαφωνούν, υπό τη δική μου οπτική η στάση μου είναι αναμφίβολα πατριωτική και οι άλλοι οφείλουν να την αναγνωρίζουν ως τέτοια (αλλιώς επανακάμπτουμε στις παλιές διχαστικές λογικές). Αν όμως είμαι υπόχρεος να παραδεχθώ μέσα μου ότι η Λύση δεν έρχεται γρήγορα με αυτή τη μέθοδο, οφείλω να προβληματιστώ πολύ σοβαρά και να μεταβάλω τη στάση μου — αλλιώς εν γνώσει μου λειτουργώ αντιπατριωτικά.

Ας προβληματιστούμε όλοι γι᾽ αυτό λοιπόν. Ενόψει του νέου δημοψηφίσματος, όταν και αν αυτό προκύψει, ο καθένας μας έρχεται ενώπιος ενωπίω με τη συνείδησή του.

Δυστυχώς ορισμένοι συντοπίτες μας — κάποιοι από φοβία, κάποιοι από συμφέρον, οι περισσότεροι από απλή αδράνεια — ταμπουρώνονται πίσω από την καταγγελία, τη διαμαρτυρία και την αγανάκτηση ταυτίζοντας τον πατριωτισμό με ό,τι στο μυαλό τους (εκ του ασφαλούς, δυστυχώς) θεωρείται «αντίσταση» στην Κατοχή. Τους ερωτώ λοιπόν: ορθή, δίκαιη και απαραίτητη η διαμαρτυρία· αλλά φέρνει άραγε από μόνη της πιο κοντά τη λύση ή μήπως χρειάζεται συνδυασμός προσεγγίσεων; Πείθει η καταγγελία αφεαυτής την άλλη πλευρά να συνεργαστεί ή τον ξένο παράγοντα να μεριμνήσει ή μήπως χρειάζεται να επιζητήσουμε και άλλες μεθόδους; Μήπως τελικά καταλήγει να είναι αυτοσκοπός η «αντίσταση» παρά η λύση;

Πατριωτισμός είναι να επιδιώκεις με κάθε ρεαλιστικό μέσο, ακόμη και με αυτοθυσία, τη φυσική επιβίωση, την πρόοδο και την ευημερία της Πατρίδας. Ως εκ τούτου, επειδή η πατρίδα μοιραία επηρεάζεται από ένα σύστημα γεωπολιτικών σχέσεων στην εγγύς περιοχή αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, σχέσεων που μετασχηματίζονται συνεχώς για διάφορους λόγους, ο πατριωτισμός του χθες δεν είναι κατανάγκην ο πατριωτισμός του σήμερα. Δεν είναι ούτε προδοσία ούτε ενδοτισμός ούτε αδυναμία ούτε αστάθεια η εγκατάλειψη θέσεων που κατά την αυθεντική και ανιδιοτελή κρίση μας δεν εξυπηρετούν πλέον το καλώς νοούμενο συμφέρον της πατρίδας. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, ο νικητής τριών πολέμων, όταν έκρινε ότι αυτό πλέον επέβαλλαν οι ιστορικές συνθήκες, ότι αυτό απαιτούσε πλέον εκείνη τη στιγμή το συμφέρον της πατρίδας, υπέγραψε τη Συνθήκη της Λωζάνης, υπέγραψε και το σύμφωνο ελληνοτουρκικής φιλίας — και μάλιστα όχι με τον οποιονδήποτε, αλλά με τον σφαγέα των Ελλήνων της Ανατολής…. Ο πατριωτισμός ενίοτε απαιτεί την υπέρβαση· ο πατριωτισμός ενίοτε ΕΙΝΑΙ η υπέρβαση.

2. Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι τώρα είναι η ώρα για τη Λύση και όχι αργότερα; Γιατί πρέπει να σπεύσουμε να εμπλακούμε σε μια επικίνδυνη διαπραγματευτική διαδικασία αυτή τη στιγμή; Δεν θα υπάρξουν καλύτερες ευκαιρίες στο μέλλον, ειδικά τώρα, που ανακαλύφθηκαν και τα κοιτάσματα φυσικού αερίου;

Θα μπορούσε κανείς να απαριθμήσει σειρά από λόγους, για τους οποίους οι διαπραγματεύσεις επιβάλλεται απρόσκοπτα να συνεχιστούν, λόγους που εξηγούν γιατί το Όχι εκ προοιμίου δεν είναι η ορθή στάση, πόσο μάλλον το 2015 (που δεν είναι 2004):

ΔΙΟΤΙ η μη προσέλευση στις διαπραγματεύσεις και άρα η βραχυκύκλωση της διαδικασίας με δική μας ευθύνη θα είναι μοιραίο σφάλμα. Ένα Όχι (ή ένα Ναι, εν προκειμένω) δεν μπορεί να είναι a priori προσέγγιση, αλλά το απόσταγμα ορθολογικής και ψύχραιμης κρίσης, όταν θα έχουμε μπροστά μας το προτεινόμενο σχέδιο και αφού ζυγίσουμε τα υπέρ και τα κατά του χωρίς φωνασκίες, ταμπέλες, ύβρεις και ηθικό πανικό…
ΔΙΟΤΙ η λύση, αν δεν είναι συμφωνημένη, θα επιβληθεί με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο άνωθεν (έμμεση αναγνώριση του ψευδοκράτους, άρση της λεγόμενης απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο κλπ). Είναι, νομίζω, αυτονόητο ότι ο μόνος τρόπος να προκύψει συμφωνημένη λύση είναι προφανώς οι διαπραγματεύσεις…
ΔΙΟΤΙ η άγονη παρέλευση του χρόνου σβήνει ένθεν και ένθεν της γραμμής αντιπαράταξης κάθε ελπίδα (αλλά και βούληση) για λύση και παγιώνει την αποδοχή της διχοτόμησης ως τελικής διευθέτησης του Κυπριακού: όλο και περισσότερα νέα παιδιά, Έλληνες και Τούρκοι της Κύπρου, αποδέχονται τη λογική του «τζιείνοι ποτζιεί εμείς ποδά»…
ΔΙΟΤΙ η διχοτόμηση, με οποιαδήποτε μορφή και αν επέλθει, θα σηματοδοτεί την οριστική νίκη της Τουρκίας και την πραγματική εμπέδωση των τετελεσμένων της εισβολής…
ΔΙΟΤΙ ήδη οι πρόσφυγες, χάνοντας μέρα με τη μέρα την ελπίδα της επιστροφής και αντιμετωπίζοντας σκληρά οικονομικά προβλήματα, πουλούν μαζικά τις περιουσίες τους για ένα κομμάτι ψωμί επιλύοντας το Κυπριακό στην πράξη…
ΔΙΟΤΙ ήδη και με πολλαπλούς τρόπους τα κατεχόμενα εδάφη μας μετατρέπονται αργά αλλά σταθερά σε ευρωπαϊκή Ταϊβάν, με τη διεθνή κοινότητα να αναγνωρίζει de facto το παράνομο μόρφωμα του Ντεκτάς (απευθείας πτήσεις, απευθείας εμπόριο, μαζικές επενδύσεις, τουριστικές και άλλες, αναγνώριση των παράνομων πανεπιστημίων κλπ), ενώ παράλληλα οι Τ/Κ απολαμβάνουν πλούσια τα ελέη που απορρέουν από την ιδιότητα του Ευρωπαίου πολίτη, χωρίς καμία υποχρέωση έναντι της ΚΔ ή της ΕΕ («άρχοντες στον βορρά, συνέταιροι στον νότο»)…
ΔΙΟΤΙ χρόνο με τον χρόνο συσσωρεύονται στα κατεχόμενα ακόμη περισσότεροι νέοι έποικοι, οι οποίοι εγκαθίστανται κατά κανόνα σε ελληνοκυπριακές περιουσίες και οι οποίοι δημιουργούν νέα τετελεσμένα…
ΔΙΟΤΙ χρόνο με τον χρόνο οι έποικοι που βρίσκονται ήδη εδώ εδραιώνονται και κατοχυρώνουν δικαιώματα (κάνουν παιδιά, π.χ., που θεωρούν πατρίδα τους την Κύπρο και όχι την Τουρκία) αλλοιώνοντας ακόμη περισσότερο τον δημογραφικό χάρτη…
ΔΙΟΤΙ η συνέχιση της κατοχής διαιωνίζει στο νησί μια επικίνδυνη εμπόλεμη κατάσταση, η οποία, πέραν των άλλων δεινών που προκαλεί, αποτελεί συνεχή πηγή ανωμαλίας και τροχοπέδη ανάπτυξης (πραγματικής ανάπτυξης, όχι όμοιας με αυτήν που οδήγησε στο κραχ του 2013)…
ΔΙΟΤΙ οι νέες γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή μας, συμπεριλαμβανομένης της ένταξής μας στην ΕΕ και την ΟΝΕ αλλά κυρίως της ανακάλυψης υδρογονανθράκων, ίσως και πετρελαίου, δημιούργησαν καινούριες ελπίδες και προσέδωσαν στη διαδικασία την πρώτη της σοβαρή δυναμική (και στην πλευρά μας το πρώτο της αξιοποιήσιμο διαπραγματευτικό πλεονέκτημα) μετά το 1999 και τη Συμφωνία του Ελσίνκι…
ΔΙΟΤΙ, όσο κι αν αυτό μας πληγώνει, η Ομοσπονδία με το ορθό περιεχόμενο, όπως αυτό προσδιορίζεται από τα Ψηφίσματα του ΟΗΕ, τις Συμφωνίες Κορυφής, τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ, το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο κλπ, είναι η μόνη διαθέσιμη φόρμουλα βάσει της οποίας μπορεί να ελπίζει κανείς ρεαλιστικά ότι είναι δυνατόν να οδηγηθούμε σύντομα (όχι «με χρόνια με καιρούς») σε μια αμοιβαίως αποδεκτή, αλλά κυρίως βιώσιμη και λειτουργική διευθέτηση…
ΔΙΟΤΙ τα ευχολόγια, οι διαμαρτυρίες, οι αντικατοχικές εκδηλώσεις και οι γενικόλογες, αόριστες διακηρύξεις («χρειαζόμαστε νέα στρατηγική») δεν λύνουν το Κυπριακό· διότι η πίστη στην ειρηνευτική διαδικασία δεν είναι ούτε ενδοτισμός ούτε ηττοπάθεια· διότι το 2015 παρουσιάζει τεράστιες, ιστορικές διαφορές από το 2004· και διότι το ΟΧΙ ή το ΝΑΙ πρέπει να είναι έλλογες και ζυγισμένες, όχι αντανακλαστικές και δογματικές αντιδράσεις…
ΔΙΟΤΙ εν τέλει, με λίγα λόγια, για το χατίρι των ακριβών παιδιών μας, δεν υπάρχει άλλη λύση από τη Λύση…

 3. Πώς είναι δυνατόν να επιθυμείς και να επιδιώκεις λύση ΔΔΟ στο Κυπριακό και την ίδια στιγμή να συνεχίζεις να δηλώνεις Έλληνας το γένος; Δεν είναι η ΔΔΟ ασύμβατη με την επιβίωση των Ελλήνων της Κύπρου ως Ελλήνων; Δεν προωθεί η ΔΔΟ τον «νεοκυπριωτισμό»;

Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση είναι διττή:

(α) Είμαι Έλληνας Κύπριος: ο πρώτος όρος προσδιορίζει την εθνική μου καταγωγή, ο δεύτερος την ιδιαίτερή μου πατρίδα και κυρίως την κρατική μου ταυτότητα.

(β) Η υπέρβαση του εθνικιστικού μίσους, που αποτελεί προϋπόθεση της συνδιαλλαγής, δεν προϋποθέτει η ίδια ούτε τον εθνομηδενισμό (την ισοπέδωση της εθνικής διαφοράς) ούτε την κατασκευή τεχνητών και άρα ανερμάτιστων και εύθραυστων εθνικών ταυτοτήτων.

Ως Έλληνες και Τούρκοι Κύπριοι, ως χριστιανοί και μουσουλμάνοι, είμαστε καταδικασμένοι να συνεννοηθούμε, με ειλικρινή και έμπρακτο σεβασμό στη διαφορά και με αταλάντευτη προσήλωση στο κοινό μας μέλλον.

4. Δηλαδή θες λύση για τη λύση; Θα στηρίξεις οτιδήποτε προκύψει από τη διαπραγματευτική διαδικασία;

Σαφώς και δεν πρόκειται να στηρίξω «μια οποιαδήποτε λύση». Αλλά την ίδια στιγμή δεν προτίθεμαι να ναρκοθετήσω εκ των προτέρων τη διαδικασία με δήθεν βαθυστόχασες αναλύσεις για στρατηγικούς κινδύνους και ευκαιρίες που θα προκύψουν κάπως, κάπου κάποτε, δηλαδή με φοβίες, ευσεβοποθισμούς και φαντασιώσεις.

Το 2004 ψηφίσαμε Όχι. Οι λόγοι ήταν βασικά τρεις:

Διότι το Σχέδιο Ανάν 5 ήταν αντικειμενικά απαράδεκτο.
Διότι η οικονομία ήταν (έτσι νομίζαμε) ισχυρή, σίγουρα ισχυρότερη από εκείνην του ψευδοκράτους
Και διότι η προοπτική της Ευρώπης παρείχε ελπίδα για πραγματική αλλαγή του πολιτικού παραδείγματος.

Το 2015 απέχει έτη φωτός από το 2004. Η πεποίθηση ότι υπάρχει δυνατότητα άμεσης και δραστικής ανατροπής των συντελεστών ισχύος υπέρ της πλευράς μας δεν εδράζεται, δυστυχώς, στην πραγματικότητα. Ούτε καν το φυσικό αέριο δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνο του παράγοντα ανατροπής, καθώς (για να αναφέρουμε μόνο μια παράμετρο αυτού του σύνθετου προβλήματος) για την εξόρυξή του η Κυπριακή Δημοκρατία είναι εξαρτημένη από ξένες εταιρίες — και οι εταιρείες αυτές είναι αμφίβολο αν θα θελήσουν να επενδύσουν τα ουκ ολίγα δισεκατομμύρια που απαιτούνται, αν δεν είναι απολύτως βέβαιες ότι η επένδυσή τους θα αποδώσει.

5. Γιατί επιμένεις στη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία; Γιατί δεν αποδέχεσαι ως στρατηγική την επιδίωξη αλλαγής της βάσης των συνομιλιών;

Ούτε επιμένω στη ΔΔΟ υποχρεωτικά ούτε τη θεωρώ καν ευκταία λύση. Τη θεωρώ, όμως, δυστυχώς, τη μόνη εφικτή. Για να είναι πειστική, οποιαδήποτε αντιπρόταση στη ΔΔΟ ως βάση λύσης πρέπει απαραιτήτως να περιλαμβάνει:

(α) Ξεκάθαρη και αναλυτική περιγραφή του εναλλακτικού μοντέλου διευθέτησης του Κυπριακού·

(β) Ρεαλιστική ανάλυση του διεθνούς κλίματος και έκθεση εκείνων των καταλυτικών επιχειρημάτων ή/και των στρατηγικών κινήσεων που θα πείσουν ή θα αναγκάσουν τον διεθνή παράγοντα (π.χ. τον ΟΗΕ, τους Αμερικανούς και την ΕΕ) να στηρίξει το εναλλακτικό μοντέλο·

(γ) Συγκεκριμένη αναφορά στον τρόπο με τον οποίο η άλλη πλευρά, η οποία προς το παρόν διατηρεί το στρατηγικό πλεονέκτημα, θα πειστεί ή θα αναγκαστεί να συζητήσει στη νέα, διαφορετική βάση·

και ΚΥΡΙΩΣ:

(δ) Λεπτομερή οδικό χάρτη για την απεμπλοκή από το αδιέξοδο, σε περίπτωση που η μεν ΔΔΟ θα έχει αποσυρθεί ως βάση λύσης, το δε εναλλακτικό μοντέλο δεν θα έχει γίνει αποδεκτό από τους συνομιλητές μας. Κοντολογίς, τι κάνουμε, πού πορευόμαστε, αν “μία στο εκατομμύριο”, όπως έλεγε και ο Έλληνας πρωθυπουργός, μας πουν όχι;

Όσο δεν κατατίθενται ρητώς, σαφώς και απεριφράστως τα πιο πάνω, οι σχετλιασμοί κατά της ΔΔΟ είναι πιο επιζήμιοι για την εθνική μας υπόθεση από τις όποιες (υπαρκτές) αδυναμίες του υπό συζήτηση μοντέλου. Η εμπειρία της κυβέρνησης Τσίπρα πρέπει να λειτουργεί ως διαρκές caveat ενάντια στον ανερμάτιστο λαϊκισμό του “άλλου δρόμου”.

6. Δεν θεωρείς προβληματικό το πηγαινέλα στα κατεχόμενα; Αν ναι, γιατί στήριξες με τόσο σθένος την παράσταση του «Ιππολύτου» στη Σαλαμίνα;

Σαφώς και θεωρώ προβληματικό το απροβλημάτιστο πηγαινέλα στα κατεχόμενα. Πρέπει όμως να διαχωρίσουμε τον τουρισμό από το προσκύνημα, την αστόχαστη παροχή οικονομικής στήριξης προς το παράνομο μόρφωμα (κυρίως μέσω των καζίνο…) και την ανάγκη του πρόσφυγα να ξαναδεί τους τόπους που γεννήθηκα ή/και από τους οποίους κατάγεται.

Γεννήθηκα τον Απρίλιο του 1975. Δεν έχω προσωπικά βιώματα από την κατεχόμενη Κλεπίνη, από την οποία κρατά η σκούφια μου. Μέχρι το 2013 αρνιόμουν πεισματικά να την επισκεφθώ πιστεύοντας ότι, αν τη δω τουρκεμένη, θα έσβηνε μέσα μου ο πόθος της επιστροφής. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο: η μία και μοναδική μου επίσκεψη στο χωριό μου θέριεψε μέσα μου τη φλόγα. Έκτοτε δεν έχω καμία αμφιβολία πως αποτελεί παράνοια να μην μου επιτρέπεται, παρά μόνο με την άδεια του κατοχικού στρατού, να επισκεφθώ και κυρίως να ζήσω σε ένα χωριό που σχεδόν μπορώ να το αγγίξω από το προσωρινό σπίτι μου στην Αγλαντζιά.

Πρέπει να μην ξεχνάμε ότι το Δεν Ξεχνώ δεν έχει καμία αξία ως σύνθημα, αν δεν συνοδεύεται από γνήσια βιώματα και αυθεντικές μνήμες. Εμείς, η γενιά του Δεν Ξεχνώ, κληρονομήσαμε τις μνήμες των πατέρων και των παππούδων μας. Τι θα κληροδοτήσουμε στα παιδιά μας, αν οι ίδιοι (και κυρίως αυτά!) δεν αποκτήσουμε προσωπική αίσθηση των όσων χάσαμε; Η επαφή με τα κατεχόμενα εδάφη μας — επαναλαμβάνω, όχι η τουριστική, αλλά η προσκυνηματική — είναι πλέον απαραίτητη προϋπόθεση για τη συντήρηση της μνήμης και της επιθυμίας για επιστροφή. Αλλιώς το Δεν Ξεχνώ θα το ακυρώσει η λήθη της πολυκαιρίας και η τύρβη της καθημερινότητας.

Όσο για την παράσταση στη Σαλαμίνα, εξηγείται εδώ με πάσα λεπτομέρεια η στάση μου.

7. Συμμερίζεσαι τις θριαμβολογίες και τον υπερενθουσιασμό για την εκλογή Ακιντζί στα κατεχόμενα; Πιστεύεις ότι ο εν λόγω ηγέτης των Τ/Κ μπορεί να κάνει τη διαφορά;

Εξέφρασα αμέσως μετά τις ψευδοεκλογές την αντίρρησή μου στις υπερβολικές διαχύσεις υπέρ του Ακιντζί και τις ανοίκειες πιέσεις που εμμέσως ασκούνται τοιουτοτρόπως στη δική μας πλευρά (δες εδώ). Όλοι θα κριθούν εκ του αποτελέσματος. Θα ήταν όμως ισοπεδωτικό να μην αναγνωρίσουμε ότι ο Ακιντζί, τουλάχιστον όσο μπορούμε να κρίνουμε σε αυτό το στάδιο, διαφέρει όχι μόνο από τον αδιάλλακτο διχοτομιστή Έρογλου, αλλά και από τον προοδευτικό Ταλάτ. Αν αυτή η διαφορά είναι επικοινωνιακή και όχι ουσιαστική, θα φανεί πολύ σύντομα. Εμείς από την πλευρά μας οφείλουμε να δώσουμε μια ευκαιρία στη διαπραγματευτική διαδικασία και να αποφανθούμε επί του σχεδίου λύσης που θα τεθεί στην κρίση μας, όταν θα τεθεί, αν τελικά τεθεί. Μέχρι τότε χρειάζεται να συντηρούμε μέσα μας τη βούληση για λύση, τη διάθεση για συμβιβασμό, την ετοιμότητα για την (αυθ)υπέρβαση.

Πηγή: antonispetrides.wordpress.com