Διπλά ισόβια χθες σε δύο στυγερούς δολοφόνους.

Ισόβια για τον «δράκο των ασανσέρ» με δεκάδες βιασμούς γυναικών και μία δολοφονία στο Λυκαβηττό.

Ποινή ισόβιας κάθειρξης επιβλήθηκε από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Ρόδου, στον 50χρονο που κρίθηκε ομόφωνα ένοχος, για  στυγερή ανθρωποκτονία από πρόθεση, με αλλεπάλληλα πλήγματα της 84χρονης Μαρίας Καπλανίδου στην Κω. Συνεληφθη  πέρυσι  μετά 17 χρόνια αναζήτησης

Την ποινή της ισόβιας κάθειρξης κατά πλειοψηφία επέβαλλε το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο στον 44χρονο κρίνοντας τον ένοχο για την δολοφονία του 21χρονου Νικήτα Κορωνιού μπροστά στα μάτια της κοπέλας του, στο Λυκαβηττό.

Ωστόσο δυο μέλη του δικαστηρίου είχαν την άποψη ότι 44χρονος πρέπει να απαλλαγεί λόγω αμφιβολιών.

Ο κατηγορούμενος, ο οποίος αρνήθηκε ότι ήταν εκείνος που σκότωσε τον νεαρό φοιτητή έχει καταδικαστεί σε 179 χρόνια κάθειρξη για βιασμούς σε βάρος 28 γυναικών στις οποίες επιτίθετο κυρίως σε ασανσέρ την δεκαετία του 1990. Ένα αποτύπωμα του που βρέθηκε πολλά χρόνια μετά στο αυτοκίνητο του φοιτητή τον «κάθισε» εκ νέου στο εδώλιο, αυτή τη φορά για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας.

Το αποτύπωμα άλλωστε αποτέλεσε και τον κύριο λόγο που η εισαγγελέας ζήτησε την ενοχή του 44χρονου, υποστηρίζοντας ότι το σημείο που βρέθηκε-στο πίσω μέρος δηλαδή του αυτοκινήτου- ήταν το σημείο που βρέθηκε νεκρός ο φοιτητής από χτύπημα με μαχαίρι.
Επιπλέον, αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι το αποτύπωμα βρέθηκε τυχαία στο αυτοκίνητο ενώ στάθμευε τη μηχανή του. «Ο κατηγορούμενος είναι με βεβαιότητα ο δράστης» είπε η εισαγγελέας και συμπλήρωσε πως το επίμαχο αποτύπωμα «είναι από άτομο με πλούσιο ποινικό παρελθόν».

«Ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να είναι πιο ειλικρινής στην απολογία του απέναντι στο δικαστήριο και τη μνήμη του νεκρού», τόνισε.

«Δεν θέλω να δικαστώ για το παρελθόν μου» είπε στην απολογία του ο 44χρονος , τονίζοντας πως ενώ ο ίδιος μπαινοβγαίνει στη φυλακή επί σειρά ετών η αστυνομία ταυτοποίησε το αποτύπωμα του στο αυτοκίνητο που έγινε το έγκλημα με τόσα χρόνια καθυστέρηση.  «Δεν ξέρω πως βρέθηκε το ίχνος εκεί. Ουδέποτε πήγα στον Λυκαβηττό» είπε και αναφέρθηκε στα παιδικά του χρόνια  όταν κατέληξε στο αναμορφωτήριο γιατί έκλεβε, όπως υποστήριξε, μανάβικα.
«Έκανα  κάποιες κλοπές και μπήκα στο ανηλίκων. Οταν βγήκα έκανα  πάλι κλοπές και καταδικάστηκα σε 8 χρόνια. Οταν το 1996 αποφυλακίστηκα δούλευα σαν μπογιατζής. Μετά έκλεβα τσάντες, όμως, δεν είχα ασκήσει ποτέ βία» είπε και συνέχισε υπογραμμίζοντας πως δεν είναι βιαστής αλλά ληστής.

«Κατηγορήθηκα  μόνο για ένα βιασμό και δυο απόπειρες,έφαγα 170 χρόνια φυλακή διότι είχα κάνει πολλές ληστείες. Όταν αποφυλακίστηκα το 2008 δούλευα σε μια εταιρία  εκδηλώσεων και μετά μου χρέωσαν  κάποιες άλλες υποθέσεις με κλοπές τσαντών και για αυτό μπήκα πάλι μέσα» (…) «Για βιασμό έχω καταδικαστεί μόνο για μια πράξη καμιά άλλη φορά, και ο βιασμός που καταδικάστηκα ήταν με μια κοπέλα που είχαμε βγει και είχαμε πιει. Δεν μπορώ να κατηγορούμαι για κάτι που δεν έκανα».

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ  ΤΗΣ 84ΧΡΟΝΗΣ  ΣΤΗ  ΡΟΔΟ

Ποινή ισόβιας κάθειρξης επιβλήθηκε από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Ρόδου, στον 50χρονο που κρίθηκε ομόφωνα ένοχος, για ανθρωποκτονία από πρόθεση της 84χρονης Μαρίας Καπλανίδου στην Κω.

To δικαστήριο απέρριψε με απόφαση που έλαβε κατά πλειοψηφία (4-3) το αίτημα του κατηγορούμενου για αναγνώριση ελαφρυντικών. Ο 50χρονος συνελήφθη τον Μάιο του 2017 στη Ρόδο σε εκτέλεση σχετικού εντάλματος.

Εργαζόταν επί σειράν ετών ως μάγειρας σε ταβέρνα της Μεσαιωνικής Πόλης, κάνοντας χρήση ταυτότητας με άλλα στοιχεία. Είναι έγγαμος και πατέρας τριών παιδιών. Το πρωί της 3ης Ιουλίου 1998 ο κατηγορούμενος μπήκε στο σπίτι της Μαρίας Καπλανίδου επί της οδού Βοροιοπούλου 16 στην Κω, αφού έσκισε τη σήτα του παραθύρου στην πίσω αυλή, το οποίο ήταν ανοικτό.

Εγινε όμως αντιληπτός από την ιδιοκτήτρια, συνεπλάκη μαζί της και τη χτύπησε με αιχμηρό αντικείμενο στο κεφάλι με αποτέλεσμα να την σκοτώσει. Στις 4 Ιουλίου 1998 συνεργείο σήμανσης το οποίο εστάλη από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας έκανε εξερεύνηση του χώρου του εγκλήματος και συνέλεξε αποτυπώματα, κάποια από τα οποία ήταν αιματηρά.

Την 21η Αυγούστου 2001 η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών με τηλετυπικό σήμα γνωστοποίησε στο Τμήμα Ασφαλείας της Κω ότι τα δύο αιματηρά αποτυπώματα, ένα δακτυλικό και ένα παλαμικό, που βρέθηκαν στον τοίχο του διαδρόμου του σπιτιού, ταυτίζονται δακτυλοσκοπικά από τα αρχεία της υπηρεσίας με τα αποτυπώματα του δεξιού δείκτη και της δεξιάς παλάμης του κατηγορουμένου.

Ο ίδιος διατείνεται ότι πρόκειται για ατύχημα. Ως συνήγορος υπεράσπισης του παρέστη ο δικηγόρος κ. Στέλιος Αλεξανδρής.

Αναλυτικότερα, η δολοφονία, οι δίκες και τα εντάλματα

Το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται ο 50χρονος Αλβανός είχε σημειωθεί ξημερώματα στις 3 Ιουλίου 1998 στην Κω και είχε συγκλονίσει την τοπική κοινωνία.

Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, ο δράστης μπήκε στο σπίτι της Μαρίας Καπλανίδου το οποίο βρισκόταν στην οδό Βορειοπούλου 16 στην Κω, σκίζοντας την σίτα του παραθύρου στο πίσω μέρος της αυλής. Μπαίνοντας μέσα ο δράστης έγινε αντιληπτός από την ηλικιωμένη γυναίκα με την οποία και «πιάστηκε στα χέρια».

Στη συνέχεια με τέμνον όργανο της επέφερε πολλαπλά χτυπήματα από τα οποία της προκάλεσε 7 θλαστικά τραύματα στο κεφάλι, στο πρόσωπο αλλά και στο σώμα από τα οποία επήλθε ο θάνατος για την άτυχη γυναίκα!

Η υπόθεση άρχισε αμέσως να απασχολεί τις αστυνομικές αρχές του νησιού, ενώ την επόμενη μέρα στην Κω μετέβη συνεργείο σήμανσης από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, το οποίο ερεύνησε το χώρο του εγκλήματος και συνέλεξε αποτυπώματα ορισμένα εκ των οποίων ήταν με αίματα.

Αυτά τα αποτυπώματα (ένα δακτυλικό και ένα παλάμης) τρία χρόνια μετά και συγκεκριμένα τον Αύγουστο του 2001 ταυτοποιήθηκαν από την Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών ότι ανήκουν στον 50χρονο Αλβανό. Ωστόσο ο αλλοδαπός ήταν καταγεγραμμένος με διαφορετικό όνομα από αυτό που τελικά συνελήφθη και έτσι δεν είχε εντοπιστεί.