Απατηλή η αύξηση της απασχόλησης. Μειώθηκαν  οι κανονικές θέσεις και κυριαρχούν τα μισά ωράριο και οι μισοί μισθοί. Στο 50%  των νέων θέσεων εργασίας.

Και το Δημόσιο (Υπουργεία, Οργανισμοί, ΔΕΚΟ, ΟΤΑ) με το μεγάλο  πλήθος έκτακτων υπαλλήλων ακολουθεί τον ιδιωτικό τομέα.  Αποκαλυπτική μελέτη της ΑΔΕΔΥ.

Ενώ η κυβέρνηση πανηγυρίζει για το θετικό ισοζύγιο προσλήψεων – αποχωρήσεων η αγορά εργασίας φαντάζει με «εφιάλτη» γεμάτο φτωχούς εργαζομένους, που υποκύπτουν σε μισθούς κάτω από το όριο της φτώχειας και αποδέχονται δουλειές του ποδαριού. Κακοπληρωμένοι, συνήθως ανασφάλιστοι, σε απασχόληση μειωμένων προσόντων σε σχέση με αυτά που έχουν.

Φθηνές και ευέλικτες είναι οι νέες θέσεις εργασίας οι οποίες δημιουργούνται στον ιδιωτικό τομέα, γεγονός που αποδομεί το κυβερνητικό αφήγημα. Πάνω από τις μισές νέες θέσεις είναι μερικής απασχόλησης ή εκ περιτροπής με μισθούς ιδιαίτερα χαμηλούς όπως προκύπτει από τα ίδια τα επίσημα στοιχεία.
Ως γνωστόν τα τελευταία στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος Εργάνη, τονίζουν  ΤΑ  ΝΕΑ, καταγράφουν αύξηση της μισθωτής απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα τον Μάιο καθώς προκύπτει θετικό ισοζύγιο προσλήψεων – αποχωρήσεων κατά 89.534 θέσεις εργασίας. Ετσι η κυβέρνηση πανηγυρίζει, όταν το ποσοστό ανεργίας εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο στην ΕΕ, η μακροχρόνια ανεργία ξεπερνά το 70% του συνόλου, η αγορά εργασίας έχει μετατραπεί σε ζούγκλα, η ποιότητα των θέσεων εργασίας υποβαθμίζεται, οι άτυπες και μη ηθελημένες μορφές μερικής απασχόλησης αυξάνονται και η αδήλωτη εργασία αφαιρεί πολύτιμους πόρους από το ασφαλιστικό σύστημα. Την ίδια ώρα η αγορά εργασίας είναι εφιαλτική με φτωχούς εργαζομένους που υποκύπτουν σε μισθούς κάτω από το όριο της φτώχειας και αποδέχονται δουλειές του ποδαριού για ένα μεροκάματο που δεν ξεπερνά τα 15 ευρώ! Εργασία λίγων ωρών, πλήρης απασχόληση αλλά με 10ωρα και χαμηλά ημερομίσθια, είναι οι νέες εργασιακές συνθήκες επιβίωσης.
Τα επίσημα στοιχεία καταρρίπτουν τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς:

* Για το πεντάμηνο Ιανουαρίου – Μαΐου 2017 δημιουργήθηκαν 924.321 θέσεις εργασίας, εκ των οποίων 459.888 πλήρους απασχόλησης και 464.433 θέσεις αθροιστικά η μερική (341.104 – 36,90%) και η εκ περιτροπής (123.329 – 13,35%). Από τις θέσεις πλήρους απασχόλησης, σύμφωνα με τα πρώτα ευρήματα μελέτης που επεξεργάζεται η ΕΝΥΠΕΚΚ, πάνω από το 70% είναι λίγο πάνω ή λίγο κάτω από τον βασικό μισθό (586 ευρώ μεικτά).
* 0ι μισοί υπάλληλοι του ιδιωτικού τομέα έχουν αμοιβές που δεν ξεπερνούν τα 800 ευρώ.
* Σύμφωνα με επιστημονική έρευνα των Σάββα Γ. Ρομπόλη, ομότιμου καθηγητή Παντείου και Βασίλειο Γ. Μπέτση, υποψ. διδάκτορα Παντείου, από σήμερα μέχρι το 2024 το ποσοστό των νέων θέσεων απασχόλησης που θα είναι ευέλικτες (μερική και εκ περιτροπής) θα αποτελεί το 64% και από το 2025 μέχρι το 2055 θα αποτελεί το 75% των νέων προσλήψεων. Επίσης, έχει εκτιμηθεί ότι οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης (μερική και εκ περιτροπής) θα έχουν φτάσει στο 29% το 2055 του συνολικού απασχολούμενου πληθυσμού (18,5% κατά μέσο όρο την περίοδο 2016-2025). Η ίδια έρευνα δείχνει ότι σε έξι κλάδους αιχμής (βιομηχανία τροφίμων και ποτών, χονδρικό εμπόριο, λιανικό εμπόριο, καταλύματα, δραστηριότητες υπηρεσιών εστίασης, εκπαίδευση) σε σύνολο μισθωτής απασχόλησης 949.015 ατόμων, τα 794.541εργάζονται με πλήρη απασχόληση και 154.474 με μερική.  Πιο συγκεκριμένα από τον αριθμό των 154.474 εργαζομένων με μερική απασχόληση στους έξι κλάδους αιχμής της ευέλικτης απασχόλησης, οι περισσότεροι (53.251 – 19,3%) εργάζονται στο λιανικό εμπόριο και ακολουθούν με 50.204 (30,9%) ο κλάδος υπηρεσιών εστίασης και 34.827 (12,6%) ο κλάδος της εκπαίδευσης.
* Τα υψηλότερα επίπεδα ανεργίας στην ΕΕ καταγράφονται στην Ελλάδα (23,2% τον Φεβρουάριο) και στην Ισπανία (17,8%). Τα χαμηλότερα σημειώθηκαν στην Τσεχία (3,2%), στη Γερμανία (3,9%) και στη Μάλτα (4,1%).
* Το ΙΝΕ – ΓΣΕΕ εκτιμά ότι το πραγματικό ποσοστό ανεργίας στη χώρα μας αγγίζει το 30%. Για τον λόγο αυτό, προσθέτει στους ανέργους τους αποθαρρυμένους ανέργους, το λοιπό εν δυνάμει πρόσθετο εργατικό δυναμικό και τη μη ηθελημένη μερική απασχόληση.
* Οι 9 στους 10 ανέργους βρίσκονται στο περιθώριο χωρίς καμία απολύτως στήριξη από τον ΟΑΕΔ, ούτε ως επίδομα ανεργίας ούτε ως επιδότηση απασχόλησης.
Η εικόνα στην αγορά εργασίας είναι εφιαλτική, αφού:

* Η  ανασφάλιστη εργασία αφορά έναν στους 5 εργαζομένους (500.000).
* Περίπου 300.000 εργαζόμενοι ενώ απασχολούνται ως μισθωτοί στην πράξη είναι αυτοαπασχολούμενοι αναλαμβάνοντας εξ ολοκλήρου την υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
* Περίπου 200.000 ενώ εργάζονται 8 ώρες ημερησίως στην πράξη καταχωρούνται ως μερικά απασχολούμενοι.
* Περίπου 900.000 στον ιδιωτικό τομέα ενώ εργάζονται καθημερινά και κανονικά μισθοδοτούνται  με καθυστέρηση από έναν μέχρι δεκαπέντε μήνες.

Και το Δημόσιο (Υπουργεία, Οργανισμοί, ΔΕΚΟ, ΟΤΑ) με το μεγάλο πλήθος έκτακτων  υπαλλήλων ακολουθεί τον ιδιωτικό τομέα. Αποκαλυπτική μελέτη της ΑΔΕΔΥ.

Η παραδοσιακή εικόνα της απασχόλησης στο χώρο του Δημοσίου έχει αλλοιωθεί προ πολλού. Υποχωρεί συνεχώς το εργασιακό καθεστώς του μόνιμου δημοσίου υπαλλήλου και λειτουργού υπέρ των σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου που αντιπροσωπεύουν το 28,5% των «τακτικών» προσλήψεων για το 2016. Παράλληλα, αυξάνεται συνεχώς η παρουσία του έκτακτου προσωπικού που σήμερα συνθέτει το 13,2%  της συνολικής απασχόλησης στο Δημόσιο.

Οι εξελίξεις αυτές ως προς το εργασιακό καθεστώς με επακόλουθο πολλαπλές ταχύτητες εργασιακών δικαιωμάτων διαμορφώνουν τη νέα εικόνα της απασχόλησης στο χώρο του Δημοσίου που συγκλίνει σταθερά με τα αντίστοιχα ισχύοντα στον ιδιωτικό τομέα.

Η διαπίστωση αυτή περιλαμβάνεται ως μείζονος σημασίας στην μελέτη της ΑΔΕΔΥ «Απασχόληση, αμοιβές και θεσμικές παρεμβάσεις στο Δημόσιο Τομέα στο πλαίσιο περιοριστικών πολιτικών». Την ομάδα εργασίας που την εκπόνησε το 2017 την απαρτίζουν οι κ. κ. Γιάννης Κουζής (Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου,  Συντονιστής),  Γιώργος Γιούλος (Μ Phil  Οικονομίας), Ηλίας Ιωακείμογλου (Οικονομικός Αναλυτής  ΜΒΑ), Σπύρος Τσουκαλάς (Δρ.  Ψηφιακών Συστημάτων) και η κυρία   Φωτεινή Σανιδά (Msc  Κοινωνικής Πολιτικής).

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι επιστήμονες εξηγούν και τι κρύβεται πίσω από φαινομενικά αντιφατικά στατιστικά στοιχεία, τα οποία όμως εξηγούνται ακριβώς από τις πολιτικές λιτότητας που εφαρμόζονται συστηματικά εδώ και χρόνια.

Για παράδειγμα, στο πλαίσιο των περιοριστικών μέτρων, το  τακτικό προσωπικό του Δημοσίου έχει μειωθεί κατά 128.930 εργαζόμενους κατά την περίοδο της κρίσης και των πολιτικών των μνημονίων (2009-16), ενώ το ποσοστό αναπλήρωσής του στη βάση της σχέσης αποχωρήσεων – προσλήψεων είναι μόλις  15,6%.

Ομως, σύμφωνα με την EUROSTAT και την ΕΛΣΤΑΤ, σε σχέση με το συνολικό αριθμό των εργαζομένων στην Ελλάδα, το ποσοστό των απασχολούμενων στο δημόσιο παρουσιάζεται σήμερα ελαφρώς, κατά 0,58%, αυξημένο από το 2009 (8,40%) και υψηλότερο από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο.

Τι συμβαίνει και η δραματική μείωση των δημοσίων υπαλλήλων από το 2009 δεν αποτυπώνεται στη συνολική εικόνα της αγοράς εργασίας στη χώρα μας;  Μα, δεν πρέπει να ξεχνάμε τη γενικευμένη υποχώρηση της απασχόλησης από το κλείσιμο περίπου 270.000 επιχειρήσεων και των αθρόων απολύσεων του ιδιωτικού τομέα καθώς και την ένταξη μεγάλου μέρους των αυτοαπασχολούμενων στην κατηγορία των ανέργων.

Κατά συνέπεια, τονίζουν οι ερευνητές του Κοινωνικού Πολύκεντρου της ΑΔΕΔΥ, η σημαντική σε μέγεθος υποχώρηση της απασχόλησης στο Δημόσιο δεν αποτυπώθηκε και με τη μείωσή της στο σύνολο της απασχόλησης λόγω της δραματικής συρρίκνωσης της τελευταίας κατά  7,5 εκατοστιαίες μονάδες και κατά  1.126.403  εργαζόμενους μέχρι το 3ο τρίμηνο του 2016.

Σε  σχέση με τον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο, η απασχόληση στο Δημόσιο στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο 8,98% της συνολικής απασχόλησης στην αγορά εργασίας, με στοιχεία του  τρίτου τριμήνου του  2016 – αντιστοίχως στην ΕΕ 28  και στην ευρωζώνη τα ποσοστά είναι 6,97%  και  7,27%. Πάντως, το ποσοστό αυτό  είναι αισθητά χαμηλότερο από χώρες όπως η Γαλλία, το Λουξεμβούργο και η Ουγγαρία που υπερβαίνουν το 10%.

Πέραν τούτων, οι επιστήμονες παρατηρούν ότι πλέον η ποικιλία των εργασιακών σχέσεων και η παρουσία πολλαπλών εργασιακών καθεστώτων στο δημόσιο διαμορφώνει πλαίσιο εργασίας που συγκλίνει με όσα ισχύουν τον ιδιωτικό τομέα. Μάλιστα, σημειώνουν ότι το καθεστώς της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων αλλοιώνεται και από τις νομοθετικές παρεμβάσεις των δύο πρώτων μνημονίων για την κατάργηση οργανικών θέσεων, την προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα,  τη διαθεσιμότητα – κινητικότητα και τη διεύρυνση του καθεστώτος της αυτοδίκαιης αργίας. Παράλληλα, κρίνουν ότι σε αυτή την κατεύθυνση συντείνουν και οι πρακτικές των προγραμμάτων κοινωφελούς εργασίας στο Δημόσιο με τους «ωφελούμενους» με προσωρινές συμβάσεις 5μηνης και 8μηνης διάρκειας.