Ο ευρωσκεπτικισμός στους νέους

γράφει ο Δημήτρης-Εμμανουήλ Κρεμλής.

Στις μέρες μας, βιώνουμε μια εποχή έντονου ευρωσκεπτικισμού, ο οποίος παρατηρείται κυρίως στους νέους. Στην προσπάθεια μου να εξηγήσω την ταχεία αυτή εξάπλωσή του, θα ξεκινήσω δίνοντας το γενικό ορισμό της έννοιας, δηλαδή μίας ιδεολογικής τάσης αμφιβολίας, αντίθεσης προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι απαραίτητο όμως να γίνει λόγος για το ότι πέρα από τον προαναφερόμενο ορισμό, ο ευρωσκεπτικισμός εκδηλώνεται διαφορετικά, ανάλογα το κράτος-μέλος, την κοινωνική και ηλικιακή διαστρωμάτωση, τους οικονομικούς κύκλους και άλλους παράγοντες, και μπορεί να πάρει ποικίλες μορφές, όπως η ευρωαπαισιοδοξία, που εμφανίζεται κυρίως στους νέους οι οποίοι δεν βλέπουν φως, μέλλον σε αυτήν την Ένωση, καθώς και η ευρωφοβία, η οποία βλέπει τους θεσμούς της ΕΕ ως τέρατα, τα λεγόμενα τέρατα των Βρυξελλών (όροι που χρησιμοποιούνται από κάποιους κύκλους του ΣΥΡΙΖΑ). Η ερώτηση λοιπόν η οποία και προκύπτει είναι το γιατί οι νέοι, οι οποίοι και επωφελούνται τόσο πολύ από τα προνόμια αυτής της Ένωσης, αρχίζουν να τάσσονται όλο και περισσότερο κατά της.

Οι αιτίες της «ενδυνάμωσης» αυτού του φαινομένου είναι πολλές, αλλά προτού αρχίσω να τις αναλύω, πρέπει να αναφέρω, ότι ανήκω και εγώ στη συγκεκριμένη γενιά, που απολαμβάνει τα προνόμια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γι’ αυτό και θα χρησιμοποιήσω το πρώτο πληθυντικό, στις μετέπειτα αναφορές μου. Εμείς οι νέοι λοιπόν, δεν έχουμε ζήσει σε εποχές χωρίς Ευρωπαϊκή Ένωση για να συγκρίνουμε τα τυχόν πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα της και να εκτιμήσουμε την πραγματική τους διάσταση. Το αποτέλεσμα είναι να θεωρούμε δεδομένα τα αμέτρητα οφέλη τα οποία προσφέρει η ΕΕ, στην οικονομία, στην ασφάλεια, στην ελεύθερη μετακίνηση, στο κοινό νόμισμα και σε άλλους πολλούς τομείς, επειδή ποτέ δεν χρειάστηκε να ζήσουμε χωρίς αυτούς. Έτσι λοιπόν είναι πολύ εύκολο, να πιστεύουμε, πλημμυρισμένοι από τον αυθορμητισμό, ρομαντισμό και υπέρμετρο οραματισμό της ηλικίας μας, ότι μια νέα εποχή χωρίς ΕΕ όχι μόνο δεν θα είχε κάποιο αντίκτυπο στη ζωή μας, αλλά θα έφτανε μέχρι και σε σημείο να κάνει τα πράγματα καλύτερα. Είμαστε ιδεολόγοι, θέλουμε να έχουμε μια άποψη για τη ζωή και το μέλλον και δεν συμβιβαζόμαστε γενικά με καταστάσεις, που άλλοι θέλουν με πατερναλιστικό τρόπο να μας επιβάλλουν, κάνοντας χρήση μιας κατ’ επίφαση ευρύτερης νομιμοποίησης από το παρελθόν.

Μία πιο προσεκτική ανάλυση του φαινομένου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ευρωσκεπτικισμός εκδηλώνεται κατά περίπτωση διαφορετικά. Στις χώρες της Νοτίου και Ανατολικής Ευρώπης, όπου τα αποτελέσματα της οικονομικής λιτότητας είναι πολύ αισθητά και η διακυβέρνηση του ευρώ αυστηρή, ο ευρωσκεπτικισμός είναι κυρίως οικονομικού υποβάθρου, σε αντίθεση με τις χώρες της Βορείου και Δυτικής Ευρώπης, στις οποίες η οικονομική κρίση δεν είναι τόσο αισθητή και όπου ο υπάρχων ευρωσκεπτικισμός είναι κοινωνικοπολιτικού υποβάθρου. Οφείλεται δηλαδή, στην αντίληψη των πολιτών, ότι η γραφειοκρατία της Ευρώπης αποτελεί αυτοσκοπό και ότι είναι ένα αρτηριοσκληρωτικό δημιούργημα, στη λειτουργία του οποίου δεν συμμετέχουν και για τις αποφάσεις του οποίου δεν ενημερώνονται. Η περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου, είναι αρκετά ιδιαίτερη, καθώς ο ευρωσκεπτικισμός εκεί ήταν ανέκαθεν λανθάνων, δεδομένου ότι αυτό το κράτος-μέλος δεν ταυτίστηκε ποτέ με το ευρωπαϊκό εγχείρημα και διατηρούσε πάντα μια αποστασιοποιημένη στάση σε πολλούς τομείς.

Επιστρέφοντας λοιπόν στις αιτίες εξάπλωσης του ευρωσκεπτικισμού στους νέους, μία από τις βασικότερες, είναι το γεγονός ότι πλέον δεν υπάρχουν πραγματικοί Ευρωπαίοι ηγέτες, με όραμα και θέληση δημιουργίας μίας, ομοσπονδιακής υφής, Ένωσης, βασισμένης στην αλληλεγγύη και στο σεβασμό μεταξύ των κρατών-μελών της, οι οποίοι και θα εμπνεύσουν τους νέους και θα τους δώσουν ελπίδες και όραμα για μια νέα Ευρώπη, με ισχυρή πολιτική ένωση. Εδώ κρύβεται και ένα από τα βασικότερα δομικά προβλήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το γεγονός δηλαδή ότι ενώ η Ένωση ιδρύθηκε ως ΕΟΚ, με βάση την τελωνειακή ένωση και εξελίχθηκε προοδευτικά σε οικονομική και νομισματική ένωση, δεν προβλέφθηκε ποτέ και η παράλληλη πολιτική εμβάθυνση, είτε από απροθυμία συγκεκριμένων κρατών- μελών με διαφορετικές πολιτικές στοχεύσεις, όπως η Βρετανία, είτε λόγω κατακερματισμού συγκρουόμενων εθνικών συμφερόντων, ιδίως μετά την μεγάλη διεύρυνση του 2004.

Έτσι, λοιπόν, όσο και αν το υπερνομοθετικό πλαίσιο επιχειρήθηκε να λειανθεί με την συνθήκη της Λισαβόνας, η πολιτική των χρήσιμων «συμβιβασμών» της ΕΟΚ του Αντενάουερ, του Ντελόρ, του Βαλερί Ζισκάρ Ντεστέν, του Καραμανλή και άλλων μεγάλων ηγετών, έχουν αντικατασταθεί από φυγόκεντρες, εθνικιστικές και κοντόφθαλμες πολιτικές επιλογές σε υπερεθνικό επίπεδο. Και βέβαια το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται, συντηρείται και επιτείνεται το φαινόμενο του ευρωσκεπτικισμού, παράλληλα με την ανάδειξη ακραίων δυνάμεων στις παρυφές του πολιτικού φάσματος σε πολλές Ευρωπαϊκές Χώρες.

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι ότι το όραμα της ενωμένης Ευρώπης, δεν υπερέβη ποτέ, από την αρχή του εγχειρήματος μέχρι και σήμερα, τα όρια οικονομικών και πολιτικών ελίτ, των οποίων υπήρξε δημιούργημα, με αποτέλεσμα να μην υπάρξει ποτέ η ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών και η ταυτοποίησή τους με το εγχείρημα. Οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μένουν αμέτοχοι, ενώ τους διακατέχει η άγνοια όσον αφορά στα ευρωπαϊκά θέματα και στη λειτουργεία της Ευρώπης, η οποία συχνά παίζει το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου, στον οποίο λαϊκίστικες και εθνικιστικές κυβερνήσεις φορτώνουν όλες τις “αμαρτίες” τους.

Τέλος, η οικονομική εξαθλίωση και ανεργία, ιδίως των νέων, είναι ένας από τους παράγοντες αύξησης του ευρωσκεπτικισμού. Όπως ανέφερα και παραπάνω, είναι οφθαλμοφανής η ύπαρξη ανισομερούς ανάπτυξης μεταξύ Βορρά και Νότου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ποιότητα ζωής των πολιτών του Ευρωπαϊκού Νότου, ο οποίος πλήττεται με βία από την οικονομική κρίση. Καταρρέει έτσι, ολοένα και περισσότερο, το κοινωνικό κράτος και το ευρωπαϊκό μοντέλο του κράτους πρόνοιας και τίθεται σε κίνδυνο το πιο σημαντικό αγαθό, το οποίο είναι η υγεία αλλά και γενικότερα η αξιοπρεπής διαβίωση και ελευθερία. Οι νέοι πτυχιούχοι πανεπιστημιακών σχολών, παίρνουν το δρόμο της μετανάστευσης, με κυριότερη κατεύθυνση τον Ευρωπαϊκό Βορρά αλλά και τρίτες χώρες όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Αυστραλία. Πώς να μην χάνει έτσι την εμπιστοσύνη του στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο πολίτης και ακόμα περισσότερο ο νέος άνθρωπος, πλημμυρισμένος από φιλοδοξίες και όνειρα;

Αναρωτιέται λοιπόν κανείς για το πώς μπορεί να αλλάξει αυτή η κατάσταση.

Όπως ανέφερα και παραπάνω, η συμμετοχή των νέων στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Η ΕΚΑΧ, ΕΟΚ και ΕΚΑΕ ιδρύθηκαν μεταπολεμικά, από τους παππούδες μας, και η τότε νομιμοποίησή τους, παρά τις επανειλημμένες τροποποιήσεις των Συνθηκών, έχει σε μεγάλο βαθμό ξεθωριάσει.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αναβαπτιστεί, να περάσει από την κολυμβήθρα του Σιλωάμ και να αποκτήσει νέα νομιμοποίηση, ιδίως σε εμάς τους νέους, αλλά και στην επόμενη γενιά νέων, που θα ζήσει σε αυτήν, θα την αναπτύξει ή θα την αντικαταστήσει. Ευαισθητοποίηση, ευρωπαϊκή αγωγή του πολίτη ως μάθημα σε όλα τα σχολεία, ευρωπαϊκά βραβεία, ευρωπαϊκές υποτροφίες, ευρωπαϊκά θερινά πανεπιστήμια με φοιτητές από διάφορα κράτη-μέλη και άλλες αντίστοιχες δραστηριότητες θα αναπτύξουν και θα εμπλουτίσουν την ευρωπαϊκή συνείδηση και ταυτότητα.

Παράλληλα, στην αναπόφευκτη Διακυβερνητική Διάσκεψη που θα διεξαχθεί, κάποια στιγμή, ως αποτέλεσμα του BREXIT, για μια νέα Συνθήκη, μια ευρεία διαβούλευση με την κοινωνία των πολιτών και ιδίως με τους νέους, θα είναι εκ των ουκ άνευ. Σε μια Συνέλευση για το μέλλον της Ευρώπης, οι νέοι έχουν θέση μια που αυτοί το εκφράζουν.

Χρήσιμη επίσης θα ήταν η ιδέα σύγκλισης σε τακτά χρονικά διαστήματα, άτυπων συνεδριάσεων κοινοβουλίων νέων, στο πλαίσιο των εθνικών κοινοβουλίων και περιστασιακά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με ημερήσια διάταξη θεμάτων ΕΕ.

Θεωρώ λοιπόν πως σήμερα, πως παρά το σοκ του Brexit, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να δείξει τα αντανακλαστικά επιβίωσης που έδειξε στην κρίση του 1992, όταν μετεξελίχθηκε από απλή τελωνειακή σε οικονομική ένωση και να πλαισιώσει την οικονομική ενοποίηση με περαιτέρω πολιτική εμβάθυνση, πάντοτε, βεβαίως, σεβόμενη τη διαφορετικότητα στην εθνική ταυτότητα, το κοινωνικό υπόβαθρο και τις καταβολές των πολιτών της, αλλά και με αποφασιστικότητα προκειμένου να μεταβεί από μια υπερεθνική ένωση κρατών με οικονομικά χαρακτηριστικά, σε μια πολιτική – οικονομική ένωση κρατών με εθνικές ιδιαιτερότητες και χαρακτηριστικά, έτσι ώστε κάθε Ευρωπαίος ανεξάρτητα από την εθνικότητά του να αισθάνεται περήφανος για τις Ευρωπαϊκές του Καταβολές.

Φυγή λοιπόν προς τα μπρος! Πολιτική ένωση και νέο όραμα για μια ενιαία Ευρώπη των περιφερειών και πολιτών, που δεν θα χάσει όμως την εθνική ταυτότητα των συνιστωσών της, των κρατών δηλαδή που θα την μετεξελίξουν.

πηγή:apopseis.gr